«Γιατί να αλλάξεις την Ιστορία, όταν μπορείς να την επαναλάβεις;». Μ' αυτά τα λόγια και με περισσή πίκρα έσπευσαν να σχολιάσουν το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ισλανδία κάποιοι παλιοί αριστεροί του Ρέικιαβικ. Στις πρώτες εκλογές μετά την υπέρβαση της κρίσης, οι πολίτες της πρώτης χώρας που χτυπήθηκε από τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 2008, αποφάσισαν να δώσουν την πλειοψηφία στην Κεντροδεξιά, στους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους, που υποσχέθηκαν μείωση φόρων και οικονομική ανάπτυξη του ίδιου τύπου προ της κρίσης. Και που υποσχέθηκαν επίσης να σταματήσουν οριστικά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Ισλανδίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι συντηρητικοί του κόμματος της "Ανεξαρτησίας", με επικεφαλής τον πρώην ποδοσφαιριστή Μπιάρνι Μπενέντικσον, αναδείχτηκαν πρώτη δύναμη με 26,7%, ενώ οι Φιλελεύθεροι του Ζίγκμουντ Γκουνλάουγκσον τερμάτισαν δεύτεροι με 24,4%. Τα κόμματα του απερχόμενου κεντροαριστερού κυβερνητικού συνασπισμού, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι, καταποντίστηκαν.
Γιατί ψήφισαν οι Ισλανδοί, τα κόμματα που τους οδήγησαν στην κρίση, που διόγκωσαν τη «φούσκα» των τραπεζών στη δεκαετία του 2000; «Τους έλειψαν τα Range Rover τους», ήταν η κυνική απάντηση του μουσικού Όλαφουρ Άρναλντς, ενώ η θριαμβευτική απάντηση του νικητή των εκλογών, Μπενέντικσον, ήταν: «Εμείς προτείνουμε έναν άλλο δρόμο, έναν δρόμο προς την ανάπτυξη, προς την κοινωνική ασφάλεια, προς περισσότερες θέσεις εργασίας, που θα προκύψει μέσα από τη μείωση της φορολογίας».
Να σημειωθεί ότι οι νικητές αυτών των εκλογών κυβερνούσαν την Ισλανδία, εναλλάξ ή από κοινού, επί τριάντα χρόνια, μέχρι που η χώρα κατέρρευσε το 2008 μαζί με τις υπερδιογκωμένες τράπεζές της.
Τότε, οι Ισλανδοί πολίτες αποφάσισαν να ρίξουν την κεντροδεξιά κυβέρνηση του Γκέιρ Χάαρντε -μάλιστα λίγο αργότερα κλήθηκε να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη για τις ευθύνες του στην «χαλάρωση» των κανόνων του τραπεζικού τομέα και καταδικάστηκε- να κρατικοποιήσουν τις τράπεζες, να «παγώσουν» τις καταθέσεις των ξένων επενδυτών και αποταμιευτών, που είχαν επιλέξει την Ισλανδία για τα υψηλά της επιτόκια, να «παγώσουν» την αποπληρωμή των τραπεζικών χρεών. Οι Ισλανδοί επέλεξαν το 2009 μια κυβέρνηση με επικεφαλής την Γιοχάνα Σιγκούρνταρντοτιρ, που τους ζήτησε να ανασκουμπωθούν και να σώσουν τη χώρα, με τις δικές τους δυνάμεις. Κι ως ένα μεγάλο βαθμό τα κατάφεραν, χωρίς να επιτρέψουν σε κανένα ΔΝΤ και κανένα ξένο πιστωτή -κυρίως τις αδελφές σκανδιναβικές χώρες- να επιβάλουν τη δική τους συνταγή. Σήμερα η Ισλανδία έχει μειώσει το ποσοστό της ανεργίας στο 5,7%, ενώ έχει επιστρέψει στον δρόμο της ανάπτυξης, έστω με ρυθμό της τάξης του 2% του ΑΕΠ.
Με "όπλα" το ψάρεμα και την τέχνη
Η κυβέρνηση της Σιγκούρνταρντοτιρ αύξησε τη φορολογία, επέβαλε ασφυκτικό έλεγχο στις κινήσεις κεφαλαίων, συμμάζεψε τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά δεν ακολούθησε πολιτικές λιτότητας, τουλάχιστον με τον τρόπο που ασκούνται αυτές στον ευρωπαϊκό Νότο. Αντίθετα, αποφάσισε να επενδύσει στην Τέχνη, κυρίως στη μουσική. Πίστεψε ότι ο πολιτισμός μπορεί να γίνει η «βαριά βιομηχανία» της Ισλανδίας -σας θυμίζει κάτι;- και δικαιώθηκε. Σήμερα η λεγόμενη «δημιουργική οικονομία» συνεισφέρει σχεδόν ένα δισεκατομμύριο ευρώ στο ισλανδικό ΑΕΠ και ο μόνος κλάδος που την ξεπερνά είναι οι εξαγωγές του μπακαλιάρου!
Η αλήθεια είναι ότι πρώτη το πίστεψε αυτό η ισλανδική κοινωνία. Το καλοκαίρι του 2009, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης, με το ΑΕΠ να έχει συρρικνωθεί κατά 7% μέσα σε έξι μήνες, με την ανεργία να έχει τριπλασιαστεί, με την κορώνα να έχει υποτιμηθεί κατά 30% και με το γενικό δείκτη του χρηματιστηρίου του Ρέικιαβικ να έχει χάσει το 90%, η «Αυγή» βρέθηκε στο Ρέκιαβικ, μια πόλη με πληθυσμό όσο περίπου του Ηρακλείου - και με το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Στον κεντρικό εμπορικό δρόμο του Ρέικιαβικ δεν υπήρχε ούτε ένα κατάστημα κλειστό, παρά το γεγονός ότι πολλοί έμποροι είχαν χρεωκοπήσει. Τι έκαναν; Παραχώρησαν προσωρινά, με την παραίνεση του εμπορικού συλλόγου, τα μαγαζιά που χρεωκόπησαν σε καλλιτέχνες. Η Ερμού του Ρέικιαβικ γέμισε γκαλερί και χώρους χάπενινγκ. Το ζητούμενο ήταν να αποτραπεί η εικόνα της διάλυσης, να διατηρηθεί ζωντανή η καταναλωτική διάθεση των τουριστών που επιλέγουν το καλοκαίρι του Ρέικιαβικ ως προορισμό Σαββατοκύριακου, συνήθως ως «σκάλα» στα ταξίδια μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης, ώστε να μην κλείσουν.
Την ίδια περίοδο, οι καλλιτέχνες της Ισλανδίας, με πιο εμβληματική τη φιγούρα της Μπιορν, έστησαν σε ένα παλιό εργοστάσιο στα προάστια του Ρέικιαβικ ένα «υπουργείο των ιδεών». Με αυτό συνεργάστηκε η κυβέρνηση, πολλές από αυτές τις ιδέες αποφάσισε να χρηματοδοτήσει: στήριξε τους συγγραφείς και επιδότησε τη μετάφρασή τους σε ξένες γλώσσες - είναι εντυπωσιακό πόσους ισλανδικούς τίτλους μπορεί να βρει κανείς σε ένα αγγλόφωνο, γαλλόφωνο ή γερμανόφωνο βιβλιοπωλείο. Στήριξε δεκάδες μουσικά συγκροτήματα και τις εξαγωγές μουσικής - μόνο πέρσι 43 ισλανδικά συγκροτήματα έκαναν περιοδείες στον έξω κόσμο, ενώ το 70% των νέων τουριστών που επιλέγουν την Ισλανδία δηλώνουν ότι το κάνουν λόγω της μουσικής. Προσέλκυσε πολλές κινηματογραφικές παραγωγές του Χόλυγουντ, δίνοντας κίνητρα - αλλά και με τη συνδρομή της σχεδόν... εξωγήινης ισλανδικής φύσης. Και τέλος, παρά τα περιορισμένα οικονομικά, ολοκλήρωσε το «παγωμένο» έργο της Χάρπα, ενός υπερμοντέρνου χώρου συναυλιών και όπερας στο Ρέικιαβικ, που προσελκύει ακόμη περισσότερους τουρίστες.
Βέβαια, όλα αυτά δεν έφεραν τις καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας του τραπεζικού τομέα που είχαν συνηθίσει επί μία δεκαετία οι Ισλανδοί. Με την Τέχνη -ή το ψάρεμα στις παγωμένες θάλασσες- βγάζει κανείς πολύ πιο δύσκολα τα προς το ζην απ' ό,τι με τα δομημένα ομόλογα των τραπεζών που χρεωκόπησαν. Τα τέσσερα χρόνια σκληρού αγώνα για την υπέρβαση της κρίσης κούρασαν τους Ισλανδούς. Και η Κεντροδεξιά κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενη την επιστροφή στην παλιά... "ευημερία".