O εορτασμός της Christopher Street Day, της ημέρας μνήμης της εξέγερσης της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας το 1969 στη Νέα Υόρκη, στο δεύτερο μισό του Ιουλίου έχει καταστεί μια αδιαμφισβήτητη παράδοση τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία. Μάλιστα τη συγκεκριμένη μέρα, που φέτος έχει οριστεί να είναι η 26η Ιουλίου, είχε καθιερωθεί να υψώνεται και στο κτήριο της γερμανικής Βουλής η σημαία με τα χρώματα του ουράνιου τόξου ως μια στοιχειώδης ένδειξη αλληλεγγύης και σεβασμού στις έννοιες της ισότητας, της ποικιλομορφίας και της ανεκτικότητας. Φέτος η συντηρητική πρόεδρος της Βουλής Γιούλια Κλέκνερ ανακοίνωσε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Και ο Χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς που ρωτήθηκε σχετικά το έκανε ακόμα χειρότερο στην προσπάθειά του να την υπερασπιστεί. «Η Βουλή δεν είναι σκηνή τσίρκου» δήλωσε σε μια τηλεοπτική εκπομπή, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων.
Ο τραμπισμός δεν έχει ανάγκη έναν Τραμπ
Η ουσία της δήλωσης έχει ενδιαφέρον γιατί αποτελεί τη «σημαία» μιας εξέλιξης που είναι πλέον χαρακτηριστική της εποχής μας όχι μόνο στην Αμερική του Τραμπ, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο ριζοσπαστικός νεοσυντηρητισμός, που εκπροσωπείται πλέον σε μια σειρά από κυβερνήσεις, είναι ίσως πιο επικίνδυνος και από την επιθετική και συχνά γραφική ρητορική της Ακροδεξιάς που αναπαράγει θεωρίες συνωμοσίας. Η εξέγερση των νεοσυντηρητικών κατά της «μισητής» woke κουλτούρας, όπως την περιγράφει, για παράδειγμα, ο Τζόναθαν Κόου στο τελευταίο βιβλίο του, έχει λάβει πλέον τον χαρακτήρα μιας «σταυροφορίας» με στόχο την αμφισβήτηση κατακτήσεων και δικαιωμάτων που έμοιαζαν ακλόνητα τα τελευταία χρόνια. Αποδεικνύεται ότι τίποτα δεν είναι πλέον δεδομένο.
Ο Φρίντριχ Μερτς είναι ακόμα ένας «σταυροφόρος» αυτής της μετάλλαξης, που στο μεταξύ έχει ήδη οδηγήσει στην de facto κατάργηση της Σένγκεν στα γερμανικά σύνορα. Η αντιπάθειά του για τη «σοσιαλίζουσα» Μέρκελ δεν είναι απλώς μια προσωπική εμμονή. Στόχος είναι μια νεοσυντηρητική στροφή της Χριστιανοδημοκρατίας, που θα την αποψιλώσει από οποιοδήποτε ψήγμα φιλελευθερισμού ή «προοδευτισμού». Είναι ο ίδιος πολιτικός που είχε ειρωνευτεί το 2001 τον τότε δήμαρχο του Βερολίνου Κλάους Βόβεραϊτ, ο οποίος είχε δηλώσει δημόσια ότι είναι ομοφυλόφιλος, με την ατάκα «όσο δεν με πλησιάζει δεν έχω πρόβλημα». Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα υπαινισσόταν ότι υπάρχει κάποια άμεση σύνδεση της ομοφυλοφιλίας με την παιδοφιλία. Τώρα έβγαλε από το... μανίκι ακόμα μια προσβλητική άποψη, δείγμα των προκαταλήψεων του συντηρητικού κόσμου που νιώθει προφανώς να «πνίγεται» όταν καλείται να αποδεχτεί και να σεβαστεί τη διαφορετικότητα.
Η εκδίκηση είναι πλέον απροκάλυπτη
Η θεωρία του «τσίρκου» δείχνει ακριβώς ότι έχουμε περάσει πλέον στην εποχή όπου συντηρητικές απόψεις που κυριαρχούσαν πριν από έξι-εφτά δεκαετίες επιστρέφουν ξαναζεσταμένες για να πάρουν την εκδίκησή τους. Δεν χρειάζεται πλέον οι συντηρητικοί να κρύβονται, να καμώνονται ότι δήθεν έχουν αποδεχτεί την ελευθερία της επιλογής καθενός να ζήσει τη ζωή του όπως το επιθυμεί.
Ο ίδιος αυτός ριζοσπαστικός συντηρητισμός εκφράζεται και σε άλλα πεδία, όπως το Μεταναστευτικό. Ο Μερτς και οι ομοϊδεάτες του θέλουν να εκφράσουν τον φυλετικά καθαρό λευκό άνδρα Γερμανό που νιώθει καταπιεσμένος σε μια κοινωνία στην οποία δεν μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του σε ξεκάθαρα στρατόπεδα με παραδοσιακούς ρόλους, που θα τον κάνουν να νιώσει ότι έχει μια σαφή ταυτότητα. Έτσι αντιλαμβάνεται τον μεσαίο χώρο, σε αυτό το κοινό στοχεύει, με αυτό θέλει να δημιουργήσει δεσμούς.
Διαγωνισμός ακραίου συντηρητισμού
Το αστείο και ταυτόχρονα επικίνδυνο με αυτόν τον αναγεννημένο ριζοσπαστικό συντηρητισμό είναι ότι μοιάζει με μια Λερναία Ύδρα, της οποίας τα κεφάλια ξεφυτρώνουν αναπάντεχα και συχνά μοιάζουν να τρώγονται μεταξύ τους. Αυτές τις ημέρες Ρουμάνοι βουλευτές κίνησαν τη διαδικασία μομφής κατά της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για το περιβόητο σκάνδαλο των SMS με τον Αλβέρτο Μπουρλά για τα εμβόλια της εταιρείας Pfizer. Η Αριστερά δεν είχε τη δύναμη να προωθήσει μια τέτοια πρωτοβουλία. Τη διαδικασία υποστήριξαν βουλευτές της ομάδας των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, στην οποία ανήκουν τα Αδέλφια της Ιταλίας της κυρίας Μελόνι, η οποία δείχνει πλέον να έχει κάνει τις συμφωνίες της με την πρόεδρο της Κομισιόν, αλλά και οι συντηρητικοί του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη από την Πολωνία, οι Ισπανοί του Vox και άλλοι εκπρόσωποι του χώρου του εθνολαϊκισμού που θεωρούν παρωχημένη την ιδέα μιας ανοιχτής και ενωμένης Ευρώπης. Το γεγονός ότι η Φον ντερ Λάιεν, γέννημα θρέμμα και αυτή της συντηρητικής πτέρυγας της Χριστανοδημοκρατίας, έδειχνε να υπολογίζει στη συνεργασία της εν λόγω ομάδας εξηγεί γιατί αυτή δεν στηρίζει επίσημα την πρόταση.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι απλώς έχει ξεσπάσει στο συντηρητικό στρατόπεδο ένας ακήρυχτος διαγωνισμός για το ποιος θα αποδειχτεί πιο ακραίος, ποιος τελικά θα κατορθώσει να βάλει πιο έντονα την σφραγίδα του σε αυτή την Ευρώπη που στρέφεται όλο και περισσότερο στο... παρελθόν. Αυτό δεν απαλλάσσει, βεβαίως, σε καμία περίπτωση από τις ευθύνες τους όσες πολιτικές ομάδες συνεχίζουν να αυτοαποκαλούνται προοδευτικές. Αν θεωρούν, δηλαδή, ότι οι εσωτερικές διαμάχες στο στρατόπεδο της συντήρησης μπορεί τελικά να είναι και η καταστροφή του, τότε ίσως πολύ σύντομα να καταλάβουν ότι το μίσος του συγκεκριμένου χώρου για οτιδήποτε ξεφεύγει από τη στενόμυαλη δική του προσέγγιση για την κοινωνία και τη λειτουργία της είναι τελικά πολύ πιο αποφασιστικό.