Οταν τον Οκτώβριο του 2023, μετά την αιφνίδια, καλά οργανωμένη και πολύνεκρη επίθεση της Χαμάς, το Ισραήλ εμπλεκόταν στον χειρότερο πόλεμο με την οργάνωση που πήρε τον ρόλο της Φατάχ στην παλαιστινιακή υπόθεση και κυριάρχησε στη Γάζα, αρκετοί αναλυτές προεξοφλούσαν ότι σύντομα οι Ισραηλινοί θα οδηγούνταν σε στρατηγικό αδιέξοδο. Μια σειρά από ενδεχόμενα που επικαλούνταν φάνταζαν -τότε- ρεαλιστικά, μεταξύ των οποίων:
- Η αδυναμία του Ισραήλ να αναμετρηθεί με μια ασύμμετρη δύναμη, έχοντας τον τακτικό στρατό του «παγιδευμένο» σε ανορθόδοξες τακτικές μάχης μέσα σ’ ένα πυκνά δομημένο αστικό περιβάλλον, το οποίο η άλλη πλευρά γνωρίζει και αξιοποιεί άριστα.
- Οι πιθανοί δισταγμοί του να κάνει χρήση του συνόλου της διαθέσιμης στρατιωτικής ισχύος του εξαιτίας ανθρωπιστικών λόγων, καθώς εκατομμύρια άμαχοι Παλαιστίνιοι επρόκειτο να βρεθούν παγιδευμένοι σε διασταυρούμενα πυρά.
- Οι έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του για λύση στο θέμα των ομήρων με διαπραγματεύσεις και όχι με πόλεμο.
- Η σταδιακή «αποσάρθρωση» της δεξιάς-ακροδεξιάς εθνικιστικής κυβέρνησης του Νετανιάχου από τις εσωτερικές έριδες και την κλιμακούμενη λαϊκή πίεση.
- Η πιθανή κλιμάκωση των αντιδράσεων στο εξωτερικό με τη δημιουργία κύματος συμπάθειας προς τους Παλαιστίνιους που θα μπλόκαρε τα πολεμικά σχέδια του Νετανιάχου.
- Ο περιορισμός ή ακόμη και η άρση της υποστήριξης της Ουάσιγκτον, πολιτικά και στρατιωτικά, ως αποτέλεσμα της έκρηξης οργής της αμερικανικής κοινής γνώμης, καθώς πλησίαζαν οι προεδρικές εκλογές.
- Η κλιμάκωση των αντιδράσεων από αραβικές κυβερνήσεις, οι οποίες θα δημιουργούσαν, υποτίθεται, «ζώνη αποκλεισμού» γύρω από το Ισραήλ τη στιγμή που αυτό επιζητούσε την αναγνώρισή τους.
- Και τέλος, και σημαντικότερο, η άμεση, ενεργή εμπλοκή του Ιράν στη σύρραξη, ανοίγοντας δεύτερο μέτωπο στον Νότιο Λίβανο μέσω της Χεζμπολάχ, η πίεση του οποίου θα προστίθετο σ’ εκείνου της Γάζας, «γονατίζοντας» τον ισραηλινό στρατό.
Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Το Ισραήλ δεν οδηγήθηκε σε κανένα «στρατηγικό αδιέξοδο» διότι πολύ απλά δεν πτοήθηκε σε κανένα επίπεδο, χρησιμοποίησε ασύστολα την ισχύ του, ενώ απολάμβανε την αμέριστη υποστήριξη των συμμάχων του και τη σιωπηλή ανοχή πολλών άλλων. Αντικειμενικά, το Ισραήλ αναδείχθηκε υπέρτερο της Χαμάς και της Χεζμπολάχ σ’ αυτόν τον άγριο πόλεμο και, ακόμη περισσότερο, είδε με ικανοποίηση τον Μπασάρ αλ Άσαντ και τις ιρανικές δυνάμεις που τον στήριζαν να φεύγουν μέσα σε μια νύχτα από τη Συρία.
Αλλαγή περιβάλλοντος
Αναμφισβήτητα, το στρατηγικό περιβάλλον στη Μέση Ανατολή άλλαξε δραματικά τους τελευταίους 15 μήνες, σε μεγάλο βαθμό προς όφελος του Ισραήλ. Η δίχως ενδοιασμούς χρήση της ισραηλινής πολεμικής μηχανής υπό το πλήρες δυναμικό της και η σχεδόν άνευ όρων υποστήριξη, πολιτική, στρατιωτική και επιμελητειακή, των ΗΠΑ αποδείχθηκαν οι καθοριστικοί παράγοντες αυτής της μεταβολής. Ποτέ μέχρι σήμερα το Ισραήλ δεν έχει χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική ισχύ του με τέτοια αποφασιστικότητα και ωμότητα όπως στον τελευταίο πόλεμο στη Γάζα. Και ποτέ άλλοτε η Ουάσιγκτον δεν του παρείχε τέτοια ανεπιφύλακτη υποστήριξη, γράφουν χαρακτηριστικά τέσσερις αναλυτές της κορυφαίας δεξαμενής σκέψης Chatham House.
Το Ιράν και οι «πληρεξούσιοί» του, που δρουν σε απόσταση αναπνοής από τα ισραηλινά σύνορα, υποχρεώθηκαν από τις δυσμενείς γι’ αυτούς συνθήκες σε τακτική αναδίπλωση. Ο στόχος τους να «ενοποιήσουν» όλες τις εστίες συγκρούσεων πέριξ του κράτους του Ισραήλ σε ένα ενιαίο μέτωπο ώστε να του προκαλέσουν ακατάσχετη αιμορραγία και εντέλει να το συντρίψουν αποδείχθηκε ανέφικτος. Το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο στο Τελ Αβίβ μπλόκαρε αυτή την επιδίωξη με σχετική επιτυχία μέσω της χρήσης ωμής βίας, χωρίς να υπολογίζει το κόστος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Έτσι τα πράγματα οδήγησαν στην τελευταία συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και ανταλλαγής των Ισραηλινών ομήρων με Παλαιστίνιους κρατούμενους.
Σε μεγάλο μέρος της η συμφωνία είναι όμοια με αυτή που είχε πέσει στο τραπέζι τον Μάιο αλλά δεν προχώρησε. «Είναι τραγικό το γεγονός ότι μια διευθέτηση που ουσιαστικά παραμένει αμετάβλητη εδώ και μήνες χρειάστηκε τόσο πολύ καιρό για να εγκριθεί, σε μεγάλο βαθμό λόγω της άρνησης του Προέδρου Τζο Μπάιντεν να ασκήσει επαρκή πίεση στον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Χιλιάδες ακόμη Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και τεράστιες εκτάσεις της Γάζας καταστράφηκαν στο διάστημα που μεσολάβησε. Η συμφωνία επικυρώθηκε το περασμένο καλοκαίρι από τις ΗΠΑ και τη Χαμάς, αλλά εκτροχιάστηκε επανειλημμένα από την εισαγωγή νέων απαιτήσεων από τον Νετανιάχου» υπογραμμίζουν οι αναλυτές.
Το εύλογο ερώτημα, λοιπόν, είναι: «Γιατί τώρα;». Η απάντηση προφανώς βρίσκεται στις εξελίξεις στην Αμερική. Ο παράγοντας-καταλύτης, η νίκη του Τραμπ, μοιραία ανάγκασε τους εμπλεκόμενους να ξανακάνουν τους υπολογισμούς τους…
Ο παράγοντας Τραμπ
…Και φυσικά κάποιες άλλες «μικρορυθμίσεις». Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα πρέπει τώρα να πείσει τους οπαδούς του -μαζί μ’ αυτούς και τους εταίρους του στον κυβερνητικό συνασπισμό- να συνεχίσουν να τον υποστηρίζουν, αφού εξέλαβαν ως δεδομένο τη διαβεβαίωσή του πως δεν θα υπάρξει τέλος στον πόλεμο μέχρι την οριστική συντριβή της Χαμάς και την απελευθέρωση όλων των ομήρων με τη βία. Κι ενώ η συμφωνία διασφαλίζει την απελευθέρωση των ομήρων, εμπεριέχει μια οιονεί πικρή διαπίστωση για το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο του Ισραήλ: Ο κύριος στόχος της εξάλειψης της Χαμάς κάθε άλλο παρά επιτεύχθηκε.
Η εκεχειρία απειλεί τώρα το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς βασικοί υποστηρικτές του στην ήδη εύθραυστη κυβέρνησή του έχουν ταχθεί δημόσια κατά της κατάπαυσης του πυρός, χαρακτηρίζοντάς την «καταστροφή», και μάλιστα παραιτήθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Είναι ξεκάθαρο ότι ο φόβος του Νετανιάχου για τη νέα κατάσταση πραγμάτων στην Αμερική αντιστάθμισε τον φόβο του για την απειλή του ακροδεξιού συμμάχου του και υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ να εγκαταλείψει τον κυβερνητικό συνασπισμό, κάτι που έκανε τελικά την περασμένη Κυριακή, εκφράζοντας ανοιχτά την αντίθεσή του στη συμφωνία εκεχειρίας. Η παραίτησή του αποδυναμώνει το, ούτως ή άλλως, ετοιμόρροπο κυβερνητικό σχήμα κι αν το εγκαταλείψουν και άλλοι ακροδεξιοί, όπως τους έχει προτρέψει ο Μπεν-Γκβιρ, ο Νετανιάχου κινδυνεύει να χάσει την πλειοψηφία στην Κνεσέτ και να αναγκαστεί να καταφύγει πάλι σε πρόωρες εκλογές.
Είναι βέβαιο ότι αυτή η χαοτική κατάσταση, σε συνδυασμό με ακόμη μία ηχηρή παραίτηση, αυτή του αρχηγού του Στρατού, αντιστράτηγου Ερζί Χαλεβί, που ανέλαβε την ευθύνη για την αποτυχία απόκρουσης των επιθέσεων της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, θα θέσει επιτακτικά το αίτημα για εξεταστική επιτροπή όχι μόνο για το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά και για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου στη συνέχεια. Πόσο μάλλον όταν ο παραιτηθείς στρατηγός παραδέχθηκε πως σε στρατιωτικό επίπεδο «δεν έχουν επιτευχθεί όλοι οι στόχοι» του Ισραήλ. Οι πυκνές εξελίξεις, αθροιστικά ή συνδυαστικά, θα μπορούσαν να επιταχύνουν τον πολιτικό μαρασμό του Νετανιάχου και την απομάκρυνσή του όχι μόνο από την πρωθυπουργική καρέκλα, αλλά και από τον πολιτικό στίβο, ωστόσο αυτό είναι κάτι που μένει να φανεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται να συμβεί άμεσα.
Από την άλλη πλευρά, οι όροι της συμφωνίας «προσφέρουν» στους Παλαιστίνιους πολλούς λόγους ανησυχίας. Ενώ η πρώτη φάση εξαντλείται με κάθε λεπτομέρεια στην ανταλλαγή Ισραηλινών ομήρων-Παλαιστίνιων κρατουμένων, άλλα ευρύτερα και ουσιώδη ζητήματα, όπως η διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας, η ασφάλεια και η διακυβέρνηση της Γάζας και ο οριστικός τερματισμός των εχθροπραξιών, μετατίθενται προς συζήτηση σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.
Κινήσεις τακτικής
Με την περιφερειακή γεωπολιτική σκηνή να μεταβάλλεται άρδην στον απόηχο της αποδυνάμωσης και της συρρίκνωσης του «Άξονα της Αντίστασης» και της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Χαμάς δεν είχε άλλη επιλογή. Αντιλαμβανόμενη ότι είναι λίγοι πλέον οι παράγοντες οι οποίοι είναι πρόθυμοι ή ικανοί να επιβάλουν τη μόνιμη εκεχειρία που έχει ζητήσει, προσαρμόστηκε στην πραγματικότητα. Ακόμη περισσότερο όταν διαπίστωσε πως έχει χάσει την πολύτιμη υποστήριξη των «ομοτίμων» της.
Η Χεζμπολάχ του Λιβάνου έχει φύγει από το κάδρο. Μέχρι πρότινος απαιτούσε να τερματιστεί ο πόλεμος στη Γάζα για να σταματήσει κι εκείνη τα χτυπήματά της στο Βόρειο Ισραήλ. Αποδεχόμενη, ωστόσο, τους όρους της κατάπαυσης του πυρός, που ξεκάθαρα διαχωρίζουν τον Λίβανο από τη Γάζα, η μαχητική λιβανική οργάνωση, που στηρίζεται και εξοπλίζεται από το Ιράν, ουσιαστικά εγκατέλειψε τη Χαμάς και μαζί μ’ αυτή ολόκληρη την έννοια της στρατηγικής αλληλεξάρτησης, τουλάχιστον προς το παρόν.
Βέβαια, δεν ήταν μια απόφαση που πήρε μόνη της. Μάλλον την πήρε «άλλος». Βλέποντας τον πολύτιμο «πληρεξούσιό» του να βάλλεται αλύπητα από την ισραηλινή πολεμική μηχανή και να έχει στριμωχτεί στη γωνία, η Τεχεράνη τον έβγαλε έγκαιρα έξω από το «ρινγκ». Επέλεξε την τακτική αναδίπλωση έναντι της συνέχισης μιας αδιέξοδης και καταστροφικής αντιπαράθεσης, συνυπολογίζοντας προφανώς τις συνθήκες στην ευρύτερη γεωπολιτική σκηνή. Η τρέχουσα θέση των ισχυρών παραγόντων που επιδρούν σ’ αυτή δείχνει να μην είναι ευνοϊκή για τους ιρανικούς σχεδιασμούς.
Αυτή τη φορά, δεδομένου του μεγέθους της ζημιάς, υλικής και ψυχολογικής, που έχει προκαλέσει το Ισραήλ στους αντιπάλους του, θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος απ’ ό,τι παλαιότερα για την επούλωση των τραυμάτων και την «ανάκαμψή» τους. Το Ιράν, που για ευνόητους λόγους εσωτερικής σταθερότητας και προστασίας του καθεστώτος απεχθάνεται γενικότερα τους κινδύνους, θα σκεφτεί τώρα δύο φορές πριν απαντήσει σε οποιαδήποτε ισραηλινή κίνηση ή πρόκληση. Το ίδιο θα κάνει και με οποιαδήποτε ιδέα «αναζωογόνησης» της περιφερειακής στρατηγικής του.
Ομως τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι το Ισραήλ κέρδισε «θριαμβευτικά» αυτόν τον πόλεμο; Ότι εδραίωσε την ασφάλειά του; Ότι το Ιράν δεν θα βρει τρόπο να αποκαταστήσει το περιφερειακό δίκτυο των ένοπλων οργανώσεων που μεγεθύνουν το αποτύπωμά του ως περιφερειακής δύναμης; Ότι οι θανάσιμοι εχθροί του, η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, κατατροπώθηκαν και σβήστηκαν από τον χάρτη; Κάθε άλλο. Η κατάσταση παραμένει ίδια στον πυρήνα της, όπως και η δυναμική της.
Πάλι απ’ την αρχή (;)

Είναι δεδομένο ότι το τελευταίο ντιλ Ισραήλ-Χαμάς σηματοδοτεί μια εύθραυστη εκεχειρία και όχι το τέλος της μακρόχρονης σύγκρουσης. «Θα απαιτηθούν συνεχής παρακολούθηση και λογοδοσία από τα διαπραγματευόμενα μέρη. Και θα χρειαστεί να υπάρξει σχεδόν άμεση επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για να κρατηθούν ζωντανές οι υπόλοιπες φάσεις της δυνάμει διαδικασίας προσέγγισης που σηματοδότησε αυτή η συμφωνία. Για να γίνει αυτό, θα χρειαστεί φυσικά συνεχής πίεση σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, κυρίως βέβαια στην ισχυρότερη πλευρά, στο Ισραήλ, ιδίως από τις ΗΠΑ και τον νέο Πρόεδρό τους, τον Τραμπ» γράφουν οι αναλυτές του Chatham House.
Η υλοποίηση της συμφωνίας είναι μια διαδικασία βήμα-βήμα, η έκβαση της οποίας δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα. Η επιτυχία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τήρηση των όρων, την ανταλλαγή Ισραηλινών ομήρων-Παλαιστίνιων κρατουμένων και την απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων από τη Λωρίδα της Γάζας.
Αντικειμενικά, και υπό μια απόλυτα ρεαλιστική προσέγγιση -θεωρώντας δεδομένο ότι ο Τραμπ θα είναι πιο ένθερμος υποστηρικτής του Ισραήλ απ’ ό,τι ο Μπάιντεν-, η συγκυρία τού κλείνει το μάτι για την απομόνωση του Ιράν και των «πληρεξούσιών» του από την Παλαιστίνη και ευρύτερα από τη Μέση Ανατολή μέσω της επέκτασης των Συμφωνιών του Αβραάμ, τις οποίες άλλωστε ο ίδιος είχε εμπνευστεί κατά την πρώτη θητεία του (και ο Νετανιάχου είχε δρομολογήσει όταν η Χαμάς «επενέβη» και του τίναξε τα σχέδια στον αέρα, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο την παλαιστινιακή υπόθεση).
Εννοείται πως αυτή η επέκταση θα συμπεριλαμβάνει και την οριστική διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εφόσον στην ατζέντα του Τραμπ περιλαμβάνεται και το να δει και άλλες αραβικές χώρες να προσχωρούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, πρώτα απ’ όλα τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ θα πρέπει να είναι έτοιμο να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις στα δίκαια αιτήματα των Παλαιστινίων. Μια τέτοια διευθέτηση θα είναι πολύ πιο ισχυρή και μόνιμη από οποιοδήποτε προσωρινό αποτρεπτικό μέσο μπορεί να δημιουργήσει το κράτος του Ισραήλ μέσω της άσκησης της στρατιωτικής ισχύος του.
Τίποτα, όμως, δεν είναι δεδομένο για την ώρα. Πολλοί φοβούνται ότι το Ισραήλ θα ξαναρχίσει τους βομβαρδισμούς ή θα ανακαταλάβει τμήματα της Γάζας μόλις απελευθερωθούν ορισμένοι όμηροι. Ισραηλινοί αξιωματούχοι ζητούν ακριβώς αυτό, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι της επιχείρησης στη Γάζα δεν έχουν επιτευχθεί πλήρως. Αυτή η αίσθηση του «ημιτελούς» αλλά και η επίγνωση των ικανοτήτων της ασύμμετρης δύναμης κάνουν τους Παλαιστίνιους από την πλευρά τους, δηλαδή τη Χαμάς, να προετοιμάζονται για «περισσότερα» στο μέλλον. Παρά τα σοβαρά χτυπήματα στην ηγεσία και στις ένοπλες ικανότητές της, η οργάνωση παραμένει ενεργή και λειτουργική, πολιτικά και στρατιωτικά, κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα από τη συνέπεια που επέδειξε στην τήρηση των όρων κατάπαυσης του πυρός.
Έτσι ο Νετανιάχου διακηρύσσει και διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση ότι διατηρεί το δικαίωμα να ξαναρχίσει τον πόλεμο αν οι διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη φάση της εκεχειρίας αποδειχθούν άνευ νοήματος. Η τραγική αλήθεια είναι ότι και οι δύο πλευρές «υπάρχουν» πολιτικά χάρη στον πόλεμο και πως η ειρήνη μπορεί να σημάνει γι’ αυτές την πολιτική καταστροφή και την εξαφάνισή τους.
«Είναι πολύ εύκολο να είμαστε ενθουσιασμένοι με την κατάπαυση του πυρός, αλλά ο πυρήνας των υποκείμενων προβλημάτων αυτής της πραγματικότητας που μας οδήγησε εκεί που ήμασταν τους τελευταίους μήνες είναι ακόμα εκεί και κανείς δεν μιλάει αυτή τη στιγμή για την επίλυσή τους» λέει στο δίκτυο Αλ Αραμπίγια ο Χαγκάι Ματάρ, διευθυντής του ισραηλινού περιοδικού +972. Μήπως, λοιπόν, τα πράγματα επανεκκινήσουν από εκεί που σταμάτησαν την τελευταία φορά και το σπάσιμο του φαύλου κύκλου της βίας δεν μπορεί τώρα, ειδικά μετά από τόση αιματοχυσία, να έχει την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα;