Live τώρα    
Στρατιωτικοί εξοπλισμοί / Η κούρσα επέστρεψε
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στρατιωτικοί εξοπλισμοί / Η κούρσα επέστρεψε

135195156b.jpg
Το 80% της περσινής δαπάνης αναλογεί, βέβαια, στις Ηνωμένες Πολιτείες
ΑΝΑΛΥΣΗ

 

Βαθιά ανησυχία προκαλούν όσα ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα για τα ποσά που ξοδεύονται παγκοσμίως για πυρηνικά όπλα. Ενώ, υποτίθεται, ο κόσμος άφησε πίσω του την κούρσα των εξοπλισμών, ένα «δομικό στοιχείο» στο οικοδόμημα των διεθνών σχέσεων επί δεκαετίες, οι νέες αντιπαλότητες που «προέκυψαν» -ή μάλλον που εντάθηκαν- τα τελευταία δύο χρόνια και η σταδιακή κλιμάκωση της γεωπολιτικής κόντρας τον ξαναέβαλαν στην τροχιά των στρατιωτικών εξοπλισμών, και μάλιστα των πιο καταστροφικών, των πυρηνικών. Όλα αυτά με τις σχέσεις των υπερδυνάμεων στη «πρίζα» και τις συμφωνίες που όριζαν ελέγχους και ισορροπίες στα αντίπαλα οπλοστάσια και λειτουργούσαν ως εν δυνάμει μηχανισμοί ασφαλείας να έχουν de facto καταρρεύσει.

Η τελευταία έκθεση της Διεθνούς Εκστρατείας για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων (ICAN), ενός συνασπισμού Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που εδρεύει στη Γενεύη προωθώντας τη συνθήκη του ΟΗΕ για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων και τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 2017, αποτυπώνει με ακρίβεια αυτό το αποκαρδιωτικό πισωγύρισμα. Οι εννέα χώρες του κόσμου που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια δαπάνησαν συνολικά 91,4 δισ. δολάρια, δηλαδή σχεδόν 85,5 δισ. ευρώ, για την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό τους μέσα στο 2023, κάτι που σημαίνει αύξηση 10,7 δισεκατομμυρίων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με μια «τρελή» σπατάλη σχεδόν 2.700 ευρώ ανά δευτερόλεπτο!

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι δαπάνες για πυρηνικά όπλα έχουν αυξηθεί πάνω από 33% μέσα στα τελευταία έξι χρόνια - το 2018 ήταν στα 68,2 δισ. Ως και πέρυσι είχαν σπαταληθεί αθροιστικά 387 δισ. δολάρια. Το 80% της περσινής δαπάνης αναλογεί, βέβαια, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με άλλα λόγια, η Αμερική ξόδεψε τα περισσότερα για πυρηνικά όπλα το 2023, για εκσυγχρονισμό και απόκτηση καινούργιων, δηλαδή 51,5 δισ. δολάρια, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη πυρηνική δύναμη - και από όλες μαζί αθροιστικά!

Οι εννέα χώρες του κόσμου που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια δαπάνησαν συνολικά 91,4 δισ. δολάρια το 2023 ή 10,7 δισ. περισσότερα από το 2022

«Ανάκαμψη»

«Δεν έχουμε ξαναδεί μετά τον Ψυχρό Πόλεμο τα πυρηνικά όπλα να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στις διεθνείς σχέσεις» υπογραμμίζει ο Βίλφριντ Βαν, διευθυντής του Προγράμματος Όπλων Μαζικής Καταστροφής του SIPRI, του Διεθνούς Ερευνητικού Ινστιτούτου Ειρήνης της Στοκχόλμης, του πλέον εξειδικευμένου και διεθνώς αναγνωρισμένου θεσμού που παρακολουθεί και καταγράφει τις τάσεις στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και στη στρατιωτική βιομηχανία. «Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από τότε που οι ηγέτες των πέντε μεγαλύτερων δυνάμεων που διαθέτουν πυρηνικά όπλα επανέλαβαν από κοινού ότι “ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να έχει νικητή και γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να ξεσπάσει”» συμπληρώνει ο Βαν.

Κι ενώ το σύνολο των πυρηνικών κεφαλών συνεχίζει να μειώνεται σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς τα όπλα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου σταδιακά εγκαταλείπονται και αποσυναρμολογούνται, την ίδια ώρα αυξάνεται ο αριθμός των πυρηνικών κεφαλών που τίθενται σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Πρόκειται για ένα «παράδοξο» που, αν μη τι άλλο, αποτυπώνει την «ανάκαμψη» της κούρσας των πυρηνικών εξοπλισμών, καθώς τα πνεύματα στη διεθνή αρένα οξύνονται εκ νέου και οι διαπληκτισμοί γίνονται όλο και πιο συχνοί. «Αυτή η τάση φαίνεται πιθανό να συνεχιστεί και πιθανώς θα επιταχυνθεί τα επόμενα χρόνια και είναι εξαιρετικά ανησυχητική» λέει ο διευθυντής του SIPRI Νταν Σμιθ.

«Ας υποδεχτούμε λοιπόν μια νέα εποχή στρατιωτικών εξοπλισμών. Μια εποχή που οι εντάσεις είναι οξείες, η ισορροπία δυνάμεων αμφισβητείται έντονα και υπάρχουν όλο και λιγότεροι περιορισμοί σχετικά με τα είδη και την ποσότητα των όπλων που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι μεγάλες δυνάμεις. Αυτή η νέα εποχή στην πραγματικότητα θα είναι γεμάτη προκλήσεις που θα θυμίζουν την προηγούμενη εποχή αντιπαλότητας» σχολιάζει το Foreign Policy.

Ο έλεγχος των εξοπλισμών πεθαίνει και η κούρσα των εξοπλισμών ξαναζωντανεύει. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες οι βασικοί πυλώνες του συστήματος ελέγχου των εξοπλισμών των υπερδυνάμεων που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έχουν καταρρεύσει μία προς μία. Η Συνθήκη για τον Περιορισμό των Βαλλιστικών Πυραύλων, η Συνθήκη για τις Συμβατικές Ένοπλες Δυνάμεις στην Ευρώπη, η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς και η Συνθήκη «Ανοιχτών Ουρανών». Η πιο σημαντική συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας που παραμένει ακόμη σε ισχύ σε πείσμα των καιρών είναι η «New START», η οποία ορίζει επαληθεύσιμα όρια σε όλα τα ανεπτυγμένα πυρηνικά όπλα διηπειρωτικού βεληνεκούς. Ύστερα από πολλές παλινωδίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να παρατείνουν τη «New START» έως τις 4 Φεβρουαρίου 2026.

Κινούμενη άμμος

Τον περασμένο Νοέμβριο η Ρωσία ανακοίνωσε την απόσυρσή της από την, προς επικύρωση, Συνθήκη Ολικής Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT) επικαλούμενη «ανισορροπία» με τις ΗΠΑ, οι οποίες επίσης ποτέ δεν την επικύρωσαν από τότε που τέθηκε προς υπογραφή, το 1996. Πάντως η Ρωσία επιβεβαίωσε ότι θα παραμείνει και θα συνεχίσει να συμμετέχει στις εργασίες του Οργανισμού που επιβλέπει την εφαρμογή της.

Την ώρα που οι μηχανισμοί ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας καταρρέουν και δεν αντικαθίστανται, η Κίνα από την πλευρά της αναπτύσσει γρήγορα τις συμβατικές και πυρηνικές δυνάμεις της στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να εδραιωθεί ως ένας ισχυρός παγκόσμιος γεωπολιτικός παράγοντας. Πόσο μάλλον όταν σε όλο τον κόσμο οι αναδυόμενες τεχνολογίες υπόσχονται δραματικές προόδους στη στρατιωτική ισχύ και το Πεκίνο βρίσκεται ήδη σε καλή θέση στον τομέα αυτό.

Η «επανεκκίνηση» της παγκόσμιας κούρσας για πυρηνικούς εξοπλισμούς συντελείται σε ένα ιδιαίτερα ασταθές και ευμετάβλητο διεθνές σκηνικό. Οι επιπτώσεις των πολέμων στην Ουκρανία και στη Γάζα είναι ορατές σχεδόν σε κάθε πτυχή των ζητημάτων που άπτονται των εξοπλισμών, του αφοπλισμού και της διεθνούς ασφάλειας. Πέρα από αυτούς τους δύο πολέμους που «καταναλώνουν» τη μεγαλύτερη ποσότητα διπλωματικής «ενέργειας» στον διεθνή στίβο, ένοπλες συγκρούσεις ήταν ενεργές σε άλλες 50 χώρες στον κόσμο μέσα στο 2023. Οι συνεχιζόμενοι εμφύλιοι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στο Σουδάν οδήγησαν σε εκτοπισμό εκατομμυρίων ανθρώπων, συγκρούσεις ξέσπασαν στη Μιανμάρ τους τελευταίους μήνες του 2023 «υπενθυμίζοντας» μια σχεδόν ξεχασμένη θερμή εστία στην Ασία, ενώ ένοπλες εγκληματικές συμμορίες εξελίχθηκαν σε υπ’ αριθμό ένα απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα σε χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, μετατρέποντας για παράδειγμα την Αϊτή σε καταρρέον κράτος.

Ολα αυτά συνθέτουν σκηνικό κινούμενης άμμου. Προσθέτοντας σε αυτό ασύμμετρους παράγοντες αντιπαράθεσης και τριβών που ξεκινούν από την κλιματική κρίση και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων και φτάνουν ως τον εσωτερικό πολιτικό διχασμό και τη νομή πλουτοπαραγωγικών πόρων, δημιουργούνται αναπόφευκτα συνθήκες τέλειας καταιγίδας. «Βρισκόμαστε σήμερα σε μία από τις πιο επικίνδυνες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας» επισημαίνει ο Νταν Σμιθ του SIPRI και συνεχίζει! «Υπάρχουν πολλές πηγές αστάθειας: πολιτικοί ανταγωνισμοί, οικονομικές ανισότητες, οικολογική αναστάτωση, επιταχυνόμενη κούρσα εξοπλισμών. Η άβυσσος μας γνέφει και είναι καιρός οι μεγάλες δυνάμεις να κάνουν πίσω και να προβληματιστούν. Κατά προτίμηση μαζί…». Αυτό είναι το μήνυμά του, αλλά ακούει κανείς;

Χρηματοδοτούν την καταστροφή

Τα κεφάλαια που δαπανήθηκαν για προγράμματα πυρηνικών ήταν περισσότερα από όσα, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, χρειάζονται για να τερματιστεί η πείνα σε παγκόσμιο επίπεδο

Ενώ οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Γάζα βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής, η συνεχής αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών εξελίσσεται σε παγκόσμιο φαινόμενο. Με την Κίνα να αυξάνει επίσης τις στρατιωτικές δαπάνες της και να ενισχύει τη συνεργασία της με το Κρεμλίνο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στη Δύση λένε ότι για να συμβαδίσουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, θα χρειαστεί να αυξήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους στα επίπεδα του Ψυχρού Πολέμου.

Αυτό θα σήμαινε «κατανάλωση» έως και του 4% του ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες. Αν οι ΗΠΑ και οι υπόλοιποι του G7 προχωρήσουν σε ένα τέτοιο βήμα, περίπου 10 τρισεκατομμύρια δολάρια πρόσθετων στρατιωτικών δαπανών θα πρέπει να υπολογίζονται για την επόμενη δεκαετία σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg Economics. Οι μεγάλοι κερδισμένοι σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι οι στρατιωτικές βιομηχανίες και οι μεγάλοι χαμένοι τα δημόσια οικονομικά και οι φορολογούμενοι.

Με βάση την ίδια ανάλυση, μεγάλο μέρος της απομείωσης του χρέους της Ε.Ε. μετά την πανδημία θα πάγωνε ακόμη και μόνο με την επίτευξη του στόχου του ΝΑΤΟ για τουλάχιστον 2% του ετήσιου ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες. Τυχόν διπλασιασμός του θα δημιουργούσε περαιτέρω πίεση σε μεγάλες χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, που εξακολουθούν να πιέζονται από το χρέος, ενώ τα πιο αδύναμα μέλη θα βρίσκονταν ενώπιον οδυνηρών επιλογών μεταξύ δανεισμού, περικοπών και αυξήσεων φόρων.

Το διακαές πολιτικό ερώτημα των επόμενων ετών θα ήταν πώς ένας επαναστρατιωτικοποιημένος κόσμος είναι δυνατόν να συμβιβάσει δεσμεύσεις αυτού του ύψους με τα πεπερασμένα φορολογικά έσοδα και τις αυξανόμενες ανάγκες πρόνοιας και Υγείας, ειδικά σε χώρες με σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, όπως, π.χ., η Γερμανία.

Επενδύουν στον Αρμαγεδδώνα

Μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο και σχολιάζοντας τις αυξήσεις στις δαπάνες για πυρηνικά όπλα, η επικεφαλής της ICAN Μελίσα Πάρκε παραδέχθηκε ότι ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε μια νέα κούρσα για απόκτηση μέσων ολέθρου. «Νομίζω πως είναι δίκαιο να πούμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών» είπε. Κατήγγειλε τη διάθεση δισεκατομμυρίων σε πυρηνικά όπλα ως «μια βαθιά απαράδεκτη και εσφαλμένη κατανομή δημόσιων πόρων», καθώς τα χρήματα που δαπανήθηκαν για προγράμματα πυρηνικών ήταν περισσότερα από όσα εκτιμά το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ πως χρειάζονται για να τερματιστεί η πείνα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με τη σειρά της, η Αλίσια Σάντερς Ζάκρε, συντονίστρια Πολιτικής και Έρευνας της ICAN, υπενθύμισε ότι όλα αυτά τα ποσά που δαπανώνται για πυρηνικά μόνο την παγκόσμια ασφάλεια δεν βελτιώνουν και στην πραγματικότητα απειλούν τους ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη. «Αντί να “επενδύουν” στον Αρμαγεδδώνα, οι εννέα χώρες με πυρηνικά οπλοστάσια θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα των μισών σχεδόν χωρών του κόσμου και να ενταχθούν στη συνθήκη απαγόρευσης των πυρηνικών όπλων, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2021».

Ο Ιταλός φυσικός Κάρλο Ροβέλι, σε σχετικό άρθρο του στον Guardian, επισημαίνει τις ομοιότητες της σημερινής εποχής με εκείνες πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. «Είμαστε σε μια παρόμοια κατάσταση σήμερα» γράφει. «Αυτή τη φορά διακυβεύεται ολόκληρος ο πλανήτης, που παλινδρομεί ανάμεσα στην ευημερία και στην καταστροφή. Ο κόσμος έχει αλλάξει από το 1914: Η δυτική οικονομική και πολιτιστική κυριαρχία εξασθενεί. Μια ταχεία και ευπρόσδεκτη παγκόσμια ανάπτυξη αναδιανέμει την εξουσία. Οι κύριες προκλήσεις είναι παγκόσμιες. Οι ευκαιρίες από τις τεχνολογικές εξελίξεις είναι επίσης παγκόσμιες, έχοντας δημιουργήσει ευρεία ευημερία και έχοντας βγάλει εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από τη δυστυχία. Ωστόσο, βυθιζόμαστε ξανά σε μια ξέφρενη κούρσα για την κατασκευή όπλων. Ξεσπούν πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων. Οι αντίθετες πλευρές δαιμονοποιούν η μία την άλλη ως φρικαλέες, αρπακτικές, απολίτιστες - ακριβώς όπως έκαναν η Γαλλία και η Γερμανία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η προοπτική μιας παγκόσμιας σύγκρουσης που αποφεύχθηκε στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου επιστρέφει φέρνοντας μαζί της τον πυρηνικό κίνδυνο. Και η υποστήριξη της προσπάθειας για την ανάπτυξη περισσότερων εξοπλισμών είναι σχεδόν ομόφωνη στα μέσα ενημέρωσης και στις πολιτικές θέσεις μας»...

Γεωπολιτική μάχη εξουσίας

«Οι ανησυχίες μου», συνεχίζει, «δεν βασίζονται σε έναν αφελή ή ιδεαλιστικό πασιφισμό. Αντίθετα, πηγάζουν από μια προσπάθεια κυνικής λογικής. Με τα μάτια ενός κυνικού, βλέπω για παράδειγμα τον περιορισμό της Κίνας ως μια “απειλή” γι’ αυτό που πραγματικά είναι: μια στρεβλή αντίδραση στο γεγονός ότι μια οικονομική δύναμη απελευθερώνεται από την κυριαρχία της Ουάσιγκτον. Ομοίως, δεν είναι το υψηλό ηθικό της επιθυμίας να αποκατασταθεί η διεθνής έννομη τάξη (την οποία η “πλευρά μας” έχει επανειλημμένα παραβιάσει) πάνω στην οποία στηρίζεται η προσέγγιση της Δύσης στην Ουκρανία ή στα τρέχοντα τραγικά γεγονότα στην Μέση Ανατολή: Είναι μάλλον, πιστεύω, μια γεωπολιτική μάχη εξουσίας. Στρατιωτικές επιλογές συγκαλυμμένες με υποκριτική ρητορική ματαιώνουν μια πιο νηφάλια συζήτηση».

Προφανώς θέσεις αυτής της οπτικής δεν έχουν ουσιαστικό αντίκρισμα για ορισμένους που θεωρούν πως οι εξοπλισμοί είναι αναγκαία εργαλεία στη χάραξη πολιτικής. «Η κούρσα των εξοπλισμών έχει πάρει άδικα κακό όνομα. Καθώς το γεωπολιτικό περιβάλλον γίνεται πιο δυσάρεστο. Οφείλουμε να ρίξουμε μια πιο αντικειμενική ματιά» γράφει στο Foreign Policy o Χαλ Μπραντς, καθηγητής στη Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου John Hopkins.

«Όπως κατάλαβαν οι πιο οξυδερκείς στοχαστές του Ψυχρού Πολέμου, η κούρσα για εξοπλισμούς κάθε άλλο παρά άσκοπη είναι. Η διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας δυνάμεων ενάντια σε έναν επιθετικό αντίπαλο είναι το καλύτερο μέσο αποτροπής του πολέμου και όχι υποκίνηση σε αυτόν. Η κούρσα των εξοπλισμών, επιπλέον, είναι μια βαθιά στρατηγική αλληλεπίδραση που μπορεί να διαμορφωθεί μέσω έξυπνων επενδύσεων και να κλίνει υπέρ κάποιας πλευράς με την πάροδο του χρόνου. Ο έλεγχος των όπλων, τέλος, δεν θεωρείται σωστά ως εναλλακτική λύση στην κούρσα των εξοπλισμών, αλλά ως ζωτικό συστατικό μιας στρατηγικής για την επίτευξη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την ευκαιρία να ευδοκιμήσουν εν μέσω εντεινόμενων στρατιωτικών αντιπαλοτήτων. Αλλά, για να γίνει αυτό, θα χρειαστεί η Ουάσιγκτον να ξαναμάθει τη τέχνη της εξοπλιστικής κούρσας»...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0