Η Γερμανία έχει μπει πια για τα καλά σε ρυθμούς προεκλογικού αγώνα, τα κόμματα προετοιμάζουν τα προγραμματικά συνέδριά τους -οι μικροί Φιλελεύθεροι το έκαναν ήδη-, τα κομματικά στελέχη τρέχουν από το ένα τηλεοπτικό πλατό στο άλλο για να λιβανίσουν τον ή την επικεφαλής τους, στις εφημερίδες χύνονται τόνοι μελάνης για να αναλυθούν τα προεκλογικά θέματα, να σχολιαστεί η πολιτική κουζίνα, να μελετηθούν οι δημοσκοπήσεις. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι οι εκλογές θα γίνουν σε έξι μήνες και κάτι.
Ίσως επειδή η Γερμανία έχει συνηθίσει να ζει σχεδόν πάντα σε προεκλογικούς ρυθμούς με τις 16 τοπικές βουλευτικές αναμετρήσεις που έχει πέραν της ομοσπονδιακής.
Αν συγκρίνει κανείς τα θέματα που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή στον προεκλογικό αγώνα -μέχρι τον Σεπτέμβριο πολλά μπορεί να αλλάξουν- θα πιστέψει ότι η Γερμανία είναι σε άλλη ήπειρο, πολύ μακριά από τη Γαλλία κι ακόμη μακρύτερα από την Ιταλία, την Ελλάδα, την Ισπανία ή την Πορτογαλία.
Το κυρίαρχο θέμα που διχάζει είναι η οικογενειακή πολιτική. Οι κυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ μαζί με τους εταίρους της από τη Βαυαρία επιμένουν να δίνεται επίδομα φροντίδας στις μητέρες που κάθονται για τρία χρόνια να μεγαλώνουν τα παιδιά τους στο σπίτι, το σύνολο της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι το επίδομα αυτό είναι παγίδα για να κρατά τη γυναίκα εκτός αγοράς εργασίας και ζητά να δοθούν αυτά τα χρήματα στην επέκταση των παιδικών σταθμών.
Θεωρητικά μέχρι το φθινόπωρο θα πρέπει κάθε παιδί να έχει θέση σε βρεφονηπιακό και παιδικό σταθμό -δεν είναι υπόσχεση, αλλά δέσμευση που νομοθετήθηκε-, πλην όμως οι χρεωκοπημένοι δήμοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ενώ ψάχνουν με το κιάλι το εξειδικευμένο προσωπικό που χρειάζεται, καθώς δίνουν μισθούς πείνας.
Τα άλλα δύο κυρίαρχα θέματα δεν διχάζουν επί της αρχής, αλλά στις λεπτομέρειες, στις οποίες ως γνωστόν κρύβεται ο διάολος. Το ένα είναι η θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού εκεί που δεν προβλέπεται από τις κλαδικές συμβάσεις. Η Μέρκελ έχει υιοθετήσει από καιρό το πάγιο αίτημα της Αριστεράς, των Πράσινων και των Σοσιαλδημοκρατών, αλλά διαφωνούν στο ύψος. Το δεύτερο είναι ποιος θα πληρώσει το κόστος της «ενεργειακής αλλαγής», καθώς είναι πλέον ειλημμένη απόφαση, από όλα τα κόμματα, να κλείσει και το τελευταίο πυρηνικό εργοστάσιο μέχρι το 2022.
Ζει πράγματι η Γερμανία σε άλλη ήπειρο και σε άλλη συγκυρία;
Επιφανειακά ναι. Η ανεργία είναι η μικρότερη της τελευταίας εικοσαετίας, το κοινωνικό κράτος, όσο κι αν έχει συρρικνωθεί δεν συγκρίνεται με τίποτε με το ισπανικό ή το ελληνικό, η ψαλίδα φτωχών - πλουσίων έχει μεν ανοίξει δραματικά, αλλά χωρίς τις εικόνες της απόγνωσης που βλέπει κανείς στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Η εξαρτημένη Γερμανία και η «συνετή» Μέρκελ
Θεωρητικά, λοιπόν, η Μέρκελ θα κάνει περίπατο σ' αυτές τις εκλογές και η μόνη αγωνία της θα είναι εάν θα πάρουν το απαραίτητο 5% οι Φιλελεύθεροι για να έχει έναν εταίρο του απόλυτου χεριού της για να κυβερνήσει άλλα τέσσερα χρόνια.
Θεωρητικά. Διότι η Γερμανία μπορεί να πιστεύει ότι ζει σε άλλη ήπειρο, αλλά εξαρτάται απόλυτα από τη γηραιά ήπειρο, όσο κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι μπορεί να ισοφαρίσει τις ευρωπαϊκές απώλειες, εξάγοντας μερικές χιλιάδες αυτοκίνητα στην Κίνα περισσότερο και κάνοντας ενεργειακές μπίζνες με τη Ρωσία. Οπότε κάθε ανατάραξη στην Ευρώπη, ειδικά σε χώρες μεγάλες, όπως η Ιταλία ή ακόμη χειρότερα η Γαλλία, μπορεί να αλλάξουν ριζικά την ατζέντα του προεκλογικού αγώνα.
Για την ώρα η Μέρκελ έχει πείσει τους Γερμανούς ότι διαχειρίζεται στην κρίση «συνετά». Αλλά δεν τους έχει εξηγήσει τι είναι αυτή η κρίση. Κάτι σαν τη μαμά που πείθει το παιδί της ότι θα το προστατέψει από το σκοτάδι, χωρίς να του περιγράφει ποιοι κίνδυνοι κρύβονται στο σκοτάδι.
Κι αν οι κίνδυνοι απειλούν άλλους τους υπερχρεωμένους Νότιους, που πρέπει να βάλουν σε τάξη το νοικοκυριό τους, όπως ακριβώς συμβουλεύει η αυστηρή μαμά Μέρκελ, πάει καλά. Ο μέσος Γερμανός μπορεί και να συγκινείται από την απόγνωση των νέων στον Νότο, αλλά δεν αισθάνεται ότι αυτή τον απειλεί. Αντίθετα, νιώθει πολύ πιο απειλούμενος όταν του λένε ότι πρέπει να μοιραστεί τα χρέη των άλλων -όπως λένε οι Σοσιαλδημοκράτες-, ότι πρέπει να φανεί επί της ουσίας αλληλέγγυος-, όπως λέει η Αριστερά.
Μέχρι τώρα η Μέρκελ είναι στα μάτια του μέσου Γερμανού αυτή που εγγυάται ότι δεν θα αναγκαστεί να πληρώσει πολλά. Όσο κι αν προσπάθησε η αντιπολίτευση από τα αριστερά να διαλύσει αυτή την ψευδή εντύπωση -λέγοντας το πολύ απλό, ότι με την πολιτική της λιτότητας που επιβάλλουμε στους άλλους, τους εξωθούμε σε μια πραγματική χρεωκοπία, άρα ανίκανους να μας επιστρέψουν κάποτε τα δανεικά- δεν τα κατάφερε.
Αμφισβήτηση του ευρώ απ' τα δεξιά
Τώρα, όμως, ξεκινάει μια προσπάθεια διάψευσης από τα δεξιά, από ένα νέο κόμμα, που θέλει να πάρει μέρος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, με βασικό του σύνθημα «να φύγει το ευρώ». Το κόμμα αυτό, ονόματι «Εναλλακτική για τη Γερμανία», το στήνουν ευρωσκεπτικιστές οικονομολόγοι και καθηγητές. Άνθρωποι γκρι με γκρι, γνωστοί μόνο στους δημοσιογράφους του οικονομικού Τύπου, με μια ακτινοβολία που μπροστά τους ο γκρι προφεσόρε Μόντι της Ιταλίας είναι τουλάχιστον τόσο χαρισματικός όσο ο Ομπάμα. Το μόνο γνωστό πρόσωπο σε κάποιους από τους κοινούς θνητούς είναι ο γηραιός Χανς Όλαφ Χένκελ, κάποτε πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχάνων, ο οποίος χρόνια τώρα ξεσπαθώνει ενάντια στο ευρώ και ζητά τη διάλυση της Ευρωζώνης.
Ωστόσο, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» δεν δημιουργείται σε κενό αέρος. Οι Γερμανοί, αν και ακούν καθημερινά από την πολιτική και την οικονομική ελίτ ότι επωφελήθηκαν τα μέγιστα από το κοινό νόμισμα, ποτέ δεν το αγάπησαν. Συμφιλιώθηκαν γρήγορα μαζί του, επειδή αντικατέστησαν στην τσέπη τους το σταθερό μάρκο από το σταθερό ευρώ. Αλλά τώρα με την κρίση ο ένας στους τρεις ευχαρίστως θα επέστρεφε το ταχύτερο στο μάρκο, ενώ ο ένας στους δύο πιστεύει ότι καλά θα ήταν να μην είχε προχωρήσει η νομισματική ένωση.
Θα καταφέρει η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» να αγγίξει αυτόν τον κόσμο; Την πρώτη φορά που το προσπάθησε, πριν από λίγες εβδομάδες στις τοπικές εκλογές της Κάτω Σαξονίας, συμμαχώντας με τους τοπικούς «Ελεύθερους Ψηφοφόρους» -κατά κανόνα τοπικές δεξιόστροφες κινήσεις με συγκριμένη ατζέντα σε κάθε κρατίδιο- απέτυχε παταγωδώς. Η συμμαχία πήρε ένα 1,1%, λιγότερο απ' όσο παίρνουν συνήθως μόνοι τους οι «Ελεύθεροι Ψηφοφόροι».
Εάν στις ομοσπονδιακές εκλογές τα πάει καλύτερα, μένει να φανεί. Πάντως, οι όποιες ψήφοι πάρει, θα είναι από το κόμμα της Μέρκελ. Γι' αυτό και τις τελευταίες μέρες άρχισαν να ξεσπαθώνουν εναντίον της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» επίλεκτα στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών.