Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν διαφέρουν από πολλά ζευγάρια που μετά από χρόνια κοινής ζωής αποφασίζουν να πάρουν διαζύγιο: όλα όσα τους ένωσαν είναι και αυτά που θα τους χωρίζουν για πάντα.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αυτό που εννοούμε όταν μιλάμε για Ανατολική Ευρώπη, καθώς πλέον όλες αυτές οι χώρες που κάποτε αποτελούσαν έναν ενιαίο πολιτικό, στρατηγικό και οικονομικό συνασπισμό, έχουν μόνο ένα συνεκτικό στοιχείο, τη γεωγραφική τους θέση. Και το γεγονός ότι οι περισσότερες ανήκουν στην Ε.Ε., αλλά στην Ε.Ε. ανήκει πολύς κόσμος, δεν τον κάνει «συγγενή» αυτό.
Οι κάτοικοι των χωρών της ανατολικής πλευράς της ηπείρου, βέβαια, είναι συγγενείς μεταξύ τους, οι περισσότεροι τουλάχιστον, καθώς εκεί κατοικούν κυρίως Σλάβοι, οι Ρουμάνοι και μερικοί Φινοούγγροι. Αλλά βασικά είναι οι Σλάβοι, οι οποίοι έχουν τη δική τους ιστορία και τη δική τους κοινωνική και πολιτική «τροφική αλυσίδα», που κατά καιρούς αλλάζει.
Αν θέλει κανείς να εξερευνήσει την ποικιλομορφία των σχέσεων που έχουν μεταξύ τους, μια καλή αφετηρία είναι οι σχέσεις καθεμιάς από αυτές τις χώρες με τη Ρωσία.
Με διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα, κάθε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης έχει υιοθετήσει εντελώς διαφορετική προσέγγιση στη Μόσχα. Εποικοδομητική και θετική η Ουγγαρία (χωρίς να ξεχνά όμως τα γεγονότα του 1956), πραγματιστική η Σλοβακία, αμφίθυμη η Τσεχία, τεχνητά επιθετική η Λιθουανία, ανταγωνιστική η Πολωνία και ούτω καθεξής.
Τα διαζύγια του μίσους
Η Ανατολική Ευρώπη είναι το μόνο σημείο του κόσμου το οποίο γνώρισε εδαφικές μεταβολές στη μεταπολεμική Ιστορία. Καμία από αυτές δεν έγινε με φιλικό τρόπο.
Κορυφαίο παράδειγμα, η Τσεχία και η Σλοβακία. Σε πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα καταδείχθηκε ότι και οι δύο λαοί είναι στην κορυφή εκείνων που θεωρούν ότι η χώρα τους έχει εδαφικές διεκδικήσεις, με ποσοστά άνω του 70%. Τι διεκδικούν; Ο ένας τον άλλον.
Οταν η Τσεχοσλοβακία έγινε δύο χώρες, το μόνο κοινό μεταξύ τους ήταν η γλώσσα. Κατά τα λοιπά οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες ήταν πάντα κολοσσιαίες και είναι κυρίως οικονομικές. Η ταπεινή Μπρατσλάβα και η βασίλισσα Πράγα.
Τσεχία και Σλοβακία ενώθηκαν το 1918 με τεράστιες προσδοκίες, οι οποίες σύντομα φάνηκε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Εξαρχής οι Σλοβάκοι πίστευαν ότι το ενωμένο κράτος ήταν πολύ «πραγοκεντρικό», ενώ οι Τσέχοι πίστευαν ότι συντηρούσαν τους φτωχούς αδελφούς τους. Και βέβαια ήταν και η θρησκεία, η οποία έχει παίξει τεράστιο και μόνο αρνητικό ρόλο στην Ανατολική Ευρώπη. Οι Σλοβάκοι είναι Ρωμαιοκαθολικοί σε ποσοστό σχεδόν 70%. Οι Τσέχοι όχι. Όταν ο Βάτσλαβ Κλάους και ο Βλαντίμιρ Μέσιαρ -ο τότε Τσέχος και ο Σλοβάκος πρωθυπουργός αντίστοιχα- συμφώνησαν να πάρουν διαζύγιο, η μοιρασιά έγινε 2:1, αναλογικά με τον πληθυσμό, και η Τσεχία πήρε όχι μόνο τη μερίδα του λέοντος αλλά ακόμη και τις πρεσβείες στις ξένες πρωτεύουσες, βάζοντας τους Σλοβάκους να νοικιάσουν καινούργιες.
Βέβαια, αν συγκρίνει κανείς το διαζύγιο Σλοβακίας και Τσεχίας με εκείνο της Γιουγκοσλαβίας, μοιάζει με παράδεισο. Δεν ήταν όμως.
Πριν αλέκτορα φωνήσαι, Τσέχοι και Σλοβάκοι ήταν ο ένας στο λαρύγγι του άλλου, με κάθε τι να τους φταίει. Όπως ο κρατικός χρυσός. Η διαμάχη πήρε μια δεκαετία να επιλυθεί, καθώς ο σλοβάκικος χρυσός ήταν στις τσεχικές τράπεζες.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Τσεχίας Πετρ Πίτχαρντ το έχει πει πολύ ωραία: «Υπήρχε μια ψευδαίσθηση αρμονίας τα πρώτα χρόνια του χωρισμού. Μετά οι σχέσεις πάγωσαν και οι κυβερνήσεις άρχισαν να κατηγορούν η μία την άλλη για θέματα που υπήρχαν και μερικά που δεν υπήρχαν».
Ως μετα-σοβιετικές χώρες, τόσο η Τσεχία όσο και η Σλοβακία ήταν αναγκασμένες να υιοθετήσουν πολύ δραστικές αλλαγές στην οικονομία τους, οι οποίες δυσκόλεψαν την Τσεχία, αλλά τη Σλοβακία τη γονάτισαν. Στις δυσκολίες της Σλοβακίας βοήθησε και η απομονωτική πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Μέσιαρ.

Το 2004 Σλοβακία και Τσεχία μπήκαν στην Ε.Ε. Και πρόσφατα ήρθε μια διαπίστωση που σοκάρισε και τις δύο χώρες: η παγκόσμια επιρροή τους, σε κάθε επίπεδο, είναι συνδυαστικά πολύ χαμηλότερη από εκείνη της ενωμένης Τσεχοσλοβακίας.
Τι θα είχε γίνει αν είχαν παραμείνει ενωμένες; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Οσο οι Δυτικοί Σλάβοι έλυναν τα δικά τους θέματα, ένα άλλο έργο παιζόταν στον Νότο. Με το θάνατο του Τίτο, Κροάτες, Σέρβοι και Βόσνιοι αποφάσισαν όχι μόνο να χωριστούν ως κράτη, αλλά και να εξοντώσουν αλλήλους.
Το μίσος ανάμεσά τους ήταν παλιό και το έκανε εικόνα ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο βιβλίο του «Καπούτ»: Στον Β' Π.Π., ο Ιταλός πολεμικός ανταποκριτής βρέθηκε στη Βοσνία και συνομιλούσε με έναν στρατηγό. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ένας Βόσνιος παραστρατιωτικός μπήκε στο δωμάτιο και ακούμπησε μπροστά στον στρατηγό ένα σακί γεμάτο με κάτι που έμοιαζε με μαλάκια. Ο Μαλαπάρτε ρώτησε τον στρατηγό τι ήταν κι εκείνος του απάντησε: «Είναι μάτια Σέρβων, που μου φέρνουν οι αγαπημένοι μου Ουστάσι».
Το Κροατικό Επαναστατικό Κίνημα των Ούστασε ήταν κροατική οργάνωση που έδρασε μεταξύ 1929 και 1945. Τα μέλη της δολοφόνησαν εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβους, Εβραίους και Ρομά, καθώς και πολιτικούς αντιφρονούντες κατά τη διάρκεια του Β' Π.Π. Η ιδεολογία του κινήματος ήταν ένας συνδυασμός φασισμού, Καθολικισμού και κροατικού εθνικισμού. Οι Σέρβοι, από την άλλη, ήταν παραδοσιακά Ορθόδοξοι, επίσης βαθιά εθνικιστές, με ισχυρούς δεσμούς με τη Ρωσία, και οι Βόσνιοι σε μεγάλο μέρος μουσουλμάνοι.
Ολους αυτούς ο Τίτο είχε την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να τους κάνει να ζήσουν αγαπημένοι, αποστερώντας τους, υπό την ιδεολογική σκέπη του σοσιαλισμού, από κάθε εθνικιστικό και θρησκευτικό φανατισμό. Το μόνο που κατάφερε ήταν να σφαχτούν με την ησυχία τους μόλις εξέλειψε ο ίδιος.
Οι «αταξινόμητοι»
Οσο αυτά συμβαίνουν στον Νότο, στον Βορρά οι χώρες της Βαλτικής ζουν το δικό τους τριφασικό δράμα: συνορεύοντας με τη Ρωσία, σχεδόν θρησκευτικά πιστοί στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ και ουρά της Πολωνίας, απέναντι στην οποία δυσπιστούν μεν, αλλά η οποία είναι η μόνη περιφερειακή δύναμη στην οποία μπορούν να προσδοκούν.
Σκληροπυρηνικοί ευρωπαϊστές η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία, δυσπιστούν έτσι κι αλλιώς απέναντι σε όποιον διαταράσσει τις ευρωπαϊκές ισορροπίες και η Πολωνία το κάνει κατά σύστημα. Όπως και η Ουγγαρία, η οποία μέχρι πρόσφατα είχε σχεδόν ανύπαρκτες σχέσεις με οποιαδήποτε ανατολική χώρα πλην της Ουκρανίας και της Μολδαβίας.
Ο Όρμπαν είναι απόλυτα ξεκάθαρος στην περιφερειακή του πολιτική: Η Ουγγαρία συμμετέχει μεν σε διάφορους συνασπισμούς, όπως το Βίσεγκραντ, αλλά προτιμάει να κρατάει τη διπλωματία της πολυμερή και όχι διμερή, καθώς δεδηλωμένα τα κίνητρά της είναι οικονομικά και καθόλου αλληλεγγύης. Περίπου την ίδια στάση κρατάει και η Ρουμανία, μια χώρα κι αυτή που πάντα αισθανόταν ξένη ανάμεσα σε όλους αυτούς, χωρίς όμως τις αυτοκρατορικές αναμνήσεις της Ουγγαρίας.
Παραδόξως, η Ρουμανία μόλις πρόσφατα άρχισε να συμπεριφέρεται σαν «ανατολική χώρα», προσπαθώντας να συσφίξει τους διπλωματικούς δεσμούς με τις γύρω χώρες, προσπαθώντας να παίξει κάποιο ρόλο ως περιφερειακή δύναμη στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και κάνοντας πράξη τη ρήση του Ιονέσκο «τα όνειρα και οι αγωνίες μάς φέρνουν κοντά»...