Ο Μάριο Ντράγκι ανέλαβε να ανοίξει τον «μπουφέ» των 209 δισ. του ταμείου ανάκαμψης στην Ιταλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στη συνομοσπονδία βιομηχάνων Confindustria, στους επιχειρηματίες της βόρειας Ιταλίας που στηρίζουν διαχρονικά τη Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι και στους διεφθαρμένους και παρασιτικούς μηχανισμούς της νότιας Ιταλίας, που δεν έκρυψαν ποτέ την πίστη τους στον φασισμό και στις παραφυάδες του, με τελευταία την Τζιόρζια Μελόνι.
Ο τυχοδιώκτης και λαϊκιστής Ματέο Ρέντζι έριξε την κυβέρνηση του Τζιουζέπε Κόντε με την ίδια ευκολία που μαχαίρωσε πισώπλατα την κυβέρνηση του Ενρίκο Λέτα και την Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα τις κρίσιμες ημέρες τον Ιούλιο του 2015. Οι Ιταλοί βιομήχανοι, το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες δεν μπορούσαν να αφήσουν τη διαχείριση των 209 δισ. σε έναν αφελή καθηγητή πανεπιστημίου και σε ένα «κίνημα» που δεν έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος, γιατί τόσο ο Κόντε όσο και το Κίνημα Πέντε Αστέρων, παρά την οποιαδήποτε κριτική, αποτελούν αστάθμητους παράγοντες για το «σύστημα Ιταλία», τη διαφθορά και τη διαπλοκή του.
Για άλλη μια φορά η ιταλική Κεντροαριστερά, στο όνομα του Δημοκρατικού Κόμματος του Νικόλα Τζινγκαρέτι, αποφάσισε να συνταξιοδοτήσει την πολιτική και να στραφεί σε μια νέα «οικουμενική», «θεσμική», «τεχνοκρατική», «εθνική», «πολιτική» κυβέρνηση, στα πρότυπα των αποτυχημένων κυβερνήσεων των κεντρικών τραπεζιτών Τσιάμπι και Ντίνι ή, ακόμη χειρότερα, στην πλέον πρόσφατη καταστροφική εμπειρία της κυβέρνησης λιτότητας του πρώην πολυεπιτρόπου Μόντι, που, όπως και ο Ντράγκι, είχε κι αυτός τις περγαμηνές των Βρυξελλών.
Η μονολιθική στήριξη του Ντράγκι από όλα τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, από την κεντροαριστερή Repubblica έως και, στην πράξη, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, τις εφημερίδες και τις φυλλάδες του Μπερλουσκόνι, αντικατοπτρίζει την τεράστια απόσταση που χωρίζει τις λαϊκές μάζες και τα μεγάλα προβλήματά τους από το πολιτικό σύστημα της χώρας.
Χωρίς το Κ5Α ή, αντιπαραθετικά, χωρίς τη Λέγκα καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να διασφαλίσει την πλειοψηφία στη Βουλή και κυρίως στη Γερουσία. Ο Κόντε και το Κ5Α υπέκυψαν στις καμπάνες για τη σωτηρία του έθνους που έκρουσε πρωτίστως το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ ο πολυμήχανος Σαλβίνι μπορεί να δώσει ως ύστατη λύση μια ψήφο ανοχής στον Ντράγκι διαμέσου της αποχής πριν ξεκινήσει μια σκληρή αντιπολίτευση.
Ο Ντράγκι δεν φέρνει μαζί του μόνο ένα έτοιμο πακέτο προαποφασισμένων λύσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, και κυρίως των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών τους, παρ’ όλο που ακόμη και η CGIL του Λαντίνι, μπροστά στον κίνδυνο των εκλογών και την αναμενόμενη νίκη του Σαλβίνι και της Μελόνι, φαίνεται πως προτιμά να διαπραγματευτεί με το πρώην golden boy της Goldman Sachs. Η λιπόψυχη ιταλική Κεντροαριστερά καλλιέργησε εδώ και μια διετία το πλαστό δίλημμα Ντράγκι ή Σαλβίνι, νομίζοντας ότι αποτελεί μια διέξοδο κινδύνου για να φρενάρει τον λαϊκισμό και το ακροδεξιό τσουνάμι.
Ο Ντράγκι όμως φέρνει μαζί του τον θάνατο της πολιτικής και πλήττει την ύπαρξη της αντιπροσωπευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας όπως τη γνωρίσαμε διαμέσου των κομμάτων. Θα είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μετά από μια δεκαετία λιτότητας και 90.000 νεκρούς από την πανδημία ο απλός Ιταλός πολίτης θα μπορέσει να ταυτίσει τα συμφέροντά του και να στηρίξει το μέλλον του στα χέρια ενός μεγαλοτραπεζίτη. Κάτι που θα φροντίσουν να το θυμίζουν καθημερινά οι ακροδεξιοί προστάτες των λαϊκών και περιθωριοποιημένων μαζών, ο Σαλβίνι και η Μελόνι.