Θα ήταν εύκολο να αναζητήσει κανείς εξηγήσεις στο "προαιώνιο μίσος" που, υποτίθεται, χωρίζει τις δύο βασικές εκδοχές του Ισλάμ. Ωστόσο, σουνίτες και σιίτες συνυπήρξαν ειρηνικά για αιώνες στις περισσότερες περιπτώσεις. Εκείνο που πραγματικά έθρεψε τη διαμάχη ήταν η απόλυτη επικράτηση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού στη Σαουδική Αραβία και η ιρανική επανάσταση που έφερε τις δύο χώρες σε ανοιχτή αντιπαράθεση, μια αντιπαράθεση που απλώνεται σήμερα σε κάθε γωνιά της Μέσης Ανατολής.
Ο θάνατος του Προφήτη Μωάμεθ το 632 μ.Χ. οδήγησε στο γνωστό σχίσμα. Το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμάνων ακολούθησαν τον φίλο και πεθερό του Μωάμεθ, Αμπού Μπακρ και έμειναν στη συνέχεια γνωστοί ως λαός της παράδοσης (σούνα). Έτσι, οι σουνίτες έγιναν ο μεγαλύτερος κλάδος του Ισλάμ. Ένα μέρος, όμως, των πιστών επέμεινε να θεωρεί ως διάδοχο του Μωάμεθ τον γαμπρό του Αλί. "Σίατ" σημαίνει μερίδιο στα αραβικά. Και έτσι η παράταξη του Αλί ή αλλιώς οι Σίατ Αλί έγιναν γνωστοί ως σιίτες.
Όλοι οι μουσουλμάνοι πιστεύουν στη διδασκαλία του Μωάμεθ. Οι σουνίτες της δίνουν πρωταρχικό αν όχι αποκλειστικό ρόλο, ενώ οι σιίτες ακολουθούν επίσης τα κείμενα του Αλί και των 12 ιμάμηδων που τον διαδέχτηκαν. Σταδιακά οι σουνίτες επικράτησαν στο μεγαλύτερο μέρος του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, με τους σιίτες να σπρώχνονται στο περιθώριο.
Εκτιμάται ότι από το 85% των μουσουλμάνων στον σημερινό κόσμο (περίπου 1,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι) είναι σουνίτες, ενώ στη Μέση Ανατολή το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο. Στην Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία ξεπερνούν το 90%. Από την πλευρά τους, οι σιίτες υπολογίζονται σε 10% των μουσουλμάνων, με ένα συνολικό πληθυσμό που αγγίζει τα 200 εκατομμύρια. Το μεγαλύτερο μέρος τους κατοικεί στο Ιράν, το Ιράκ, το Μπαχρέιν, στην Υεμένη και το Αζερμπαϊτζάν. Μεγάλες κοινότητες υπάρχουν επίσης στο Αφγανιστάν, στην Ινδία, στο Κουβέιτ, στον Λίβανο, στη Συρία και την Τουρκία.
Στις χώρες με σουνιτικές μοναρχίες ή κυβερνήσεις, οι σιίτες βρίσκονται συνήθως ανάμεσα στα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα και αποτελούν συχνά αντικείμενο διακρίσεων και διώξεων. Καθοριστικό ρόλο γι' αυτό έπαιξε χωρίς αμφιβολία η επικράτηση του ουαχαβισμού -της πιο ακραίας συντηρητικής εκδοχής των σουνιτών που καταγγέλλει τους σιίτες ως "αποστάτες"- στη Σαουδική Αραβία.
Υπό αυτή την έννοια, η ιρανική επανάσταση του 1979 δεν αμφισβήτησε μόνο την κυριαρχία της Δύσης στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και την πρωτοκαθεδρία της συμμάχου της Σαουδικής Αραβίας στον αραβικό κόσμο. Η υποστήριξη σιιτικών οργανώσεων και κομμάτων από το Ιράν του Αγιατολάχ Χομεϊνί απαντήθηκε πολύ σύντομα με σκληρά μέτρα καταστολής και την ενίσχυση των δεσμών ανάμεσα στα σουνιτικά κράτη.
Όταν τη δεκαετία του '80 το Ιράκ επιτέθηκε στο Ιράν, η Σαουδική Αραβία αποτελούσε, μαζί με τη Δύση, έναν από τους βασικούς χρηματοδότες του Σαντάμ Χουσεΐν. Η πρώτη διπλωματική κρίση ανάμεσα στις δύο χώρες εκδηλώθηκε το 1987, όταν εκατοντάδες Ιρανοί προσκυνητές έχασαν τη ζωή τους σε συγκρούσεις που σημειώθηκαν στη διάρκεια προσκυνήματος στη Μέκκα. Χρειάστηκαν τρία χρόνια μέχρι να αποκατασταθούν οι διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.
Σημείο καμπής στη μακροχρόνια αντιπαράθεση αποτέλεσε αναμφίβολα και η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν οδήγησε στη σημαντική αναβάθμιση του σιιτικού στοιχείου, που τελικά κατέλαβε και την εξουσία, μια εξέλιξη που, όπως ήταν επόμενο, ενίσχυσε σημαντικά την επιρροή της Τεχεράνης στη Βαγδάτη. Την ίδια ώρα, οι επιθέσεις σουνιτικών αντικαθεστωτικών οργανώσεων σε τόπους λατρείας και αστικά κέντρα σιιτών έδωσαν στην πολύχρονη αντιπαράθεση τα χαρακτηριστικά μιας ανελέητης θρησκευτικής σύγκρουσης.
Η "αραβική άνοιξη" έδωσε στη Σαουδική Αραβία την ευκαιρία να πάρει τη ρεβάνς. Η δυναστεία των Σαούντ ενίσχυσε από την πρώτη στιγμή την αντιπολίτευση στις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στη Συρία, επιδιώκοντας την ανατροπή του Μπασάρ Αλ Άσαντ, ενός από τους βασικότερους συμμάχους της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, στο Μπαχρέιν και την Υεμένη η Σαουδική Αραβία έστειλε στρατεύματα για να προστατεύσει συμμαχικές της κυβερνήσεις από εξεγέρσεις των σιιτών.
Μιχάλης Τρίκκας