του Μιχάλη Τρίκκα
Πώς γίνεται μια χώρα, που εξαπολύει με τέτοια ευκολία πολέμους σε κάθε άκρη του πλανήτη για να υπερασπιστεί τα "ανθρώπινα δικαιώματα", να τα παραβιάζει με τόση ωμότητα στο ίδιο της το σπίτι; Πώς μπορεί ο πρώτος μαύρος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ να έχει τόσα λίγα να πει για μια Δικαιοσύνη που, τόσες δεκαετίες μετά τους αγώνες του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, παραμένει τόσο απροκάλυπτα ρατσιστική;
Το Φέργκιουσον του Μιζούρι έζησε και πάλι την προηγούμενη εβδομάδα σκηνές στρατιωτικής κατοχής, με πάνοπλους εθνοφύλακες και αστυνομικούς να περιπολούν στους δρόμους, να σημαδεύουν άοπλους διαδηλωτές με αυτόματα και να συλλαμβάνουν περίπου 400 από αυτούς. Η μεγαλύτερη όμως παραβίαση δεν ήταν άλλη από την προκλητική απόφαση της Δικαιοσύνης της πολιτείας του Μιζούρι να μην ασκηθεί δίωξη σε βάρος του λευκού αστυνομικού που τον περασμένο Αύγουστο πυροβόλησε και σκότωσε ακόμη έναν άοπλο μαύρο "ύποπτο".
Ο φόνος του 18χρονου Μάικλ Μπράουν προκάλεσε τότε οργισμένες διαδηλώσεις. Τα μαύρα προάστια του Φέργκιουσον, ειδικά το Σεντ Λούις, μετατράπηκαν για πολλές νύχτες σε πεδία μάχης μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών. Τρεις μήνες μετά οι σκηνές έμελλε να επαναληφθούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η μόνη διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο Μπάρακ Ομπάμα, ο πρώτος μαύρος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, καταδίκασε τη βία, κάλεσε τις αστυνομικές δυνάμεις σε αυτοσυγκράτηση και επικαλέστηκε την "κληρονομιά των φυλετικών διακρίσεων" χωρίς να ξεπεράσει για ακόμη μία φορά τα όρια της πολιτικής ορθότητας. Εκείνο που έκανε κατά πρώτο λόγο ήταν να επικυρώσει με προεδρική βούλα μια απαράδεκτη και εμφανώς ρατσιστική απόφαση. "Είμαστε μια χώρα που βασίστηκε στη νομιμότητα. Επομένως, πρέπει να σεβαστούμε την ετυμηγορία των ενόρκων" είπε.
Ήταν όμως η νομική διαδικασία που ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη; 'Η έστω η μοναδική που θα μπορούσε να έχει επιλεγεί; Αντί να αναθέσει την υπόθεση σε δικαστήριο, η πολιτεία του Μιζούρι επέλεξε εξαρχής μια δωδεκαμελή ομάδα ενόρκων. Και το βασικό πρόβλημα δεν ήταν τόσο η σύνθεση της ομάδας (εννέα λευκοί και τρεις μαύροι), αλλά το γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο τη θέση μιας ανοιχτής δίκης πήρε μια διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, απόλυτα ελεγχόμενη από την τοπική εισαγγελία και, τελικά, την ίδια την αστυνομία του Μιζούρι.
Οι μαρτυρίες που δεν ταίριαζαν στην αφήγηση που επέλεξε η εισαγγελία -ένα όργανο της τάξης υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι σε έναν επικίνδυνο ύποπτο- απορρίφθηκαν με το αιτιολογικό ότι ήταν αντιφατικές. Από την άλλη, ο δράστης δεν αμφισβητήθηκε ούτε πιέστηκε σε κάποιο σημείο της απολογίας του, παρά τον εμφανή ρατσιστικό της χαρακτήρα. "Ήταν τεράστιος... Έμοιαζε με δαίμονα, τόσο εξαγριωμένος ήταν" ανέφερε χαρακτηριστικά σε κάποιο σημείο.
Δικαστική αχρωματοψία
Και τι να πει κανείς για τον ίδιο τον εισαγγελέα, τον Ρόμπερτ Μακάλοχ; Ακόμη κι αν αφήσει κανείς στην άκρη τους δεσμούς αίματος που τον συνδέουν με την τοπική αστυνομία (πολλοί συγγενείς του εργάζονται εκεί), δεν μπορεί αγνοηθεί το γεγονός ότι την κλειστή διαδικασία επιλέχθηκε να διευθύνει ένας άνθρωπος με πατέρα αστυνομικό που σκοτώθηκε από μαύρο το 1964, όταν ο εισαγγελέας ήταν παιδί. Περισσότεροι από 26.000 Αμερικανοί υπέγραψαν αίτημα για την εξαίρεση του Μακάλοχ, χωρίς, ωστόσο, να εισακουστούν.
Η αμερικανική δικαιοσύνη μπορεί να είναι τυφλή, αλλά σίγουρα δεν πάσχει από αχρωματοψία. "Ο αριθμός των Αφροαμερικανών που βρίσκονται σήμερα φυλακισμένοι, ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους ή υπό δικαστική επιτήρηση ξεπερνά τον αντίστοιχο αριθμό των μαύρων σκλάβων πριν τον αμερικανικό εμφύλιο" σημειώνει η καθηγήτρια Νομικής του Πανεπιστημίου του Οχάιο Μισέλ Αλεξάντερ.
Στο βιβλίο της "Μαζική κάθειρξη", η πανεπιστημιακός υπογραμμίζει ένα διπλό παράδοξο. Η ραγδαία αύξηση των μαύρων κρατουμένων σημειώνεται σε μια περίοδο που η εγκληματικότητα έχει υποχωρήσει, ενώ, με βάση αρκετές έρευνες, οι μαύροι δεν πουλούν ή κάνουν χρήση ναρκωτικών σε μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι οι λευκοί. Παρ' όλα αυτά, η συντριπτική πλειονότητα των φυλακισμένων παραμένουν μαύροι. Και όταν μιλάμε για φυλακισμένους στις ΗΠΑ, μιλάμε για τον πληθυσμό μιας μικρής χώρας, καθώς πρόσφατη έρευνα του βρετανικού King's College υπολόγιζε τον αριθμό τους σε 2.300.000.
Αυτά όσον αφορά τα δικαστήρια. Γιατί οι Αμερικανοί αστυνομικοί έχουν τη δική τους αντίληψη και μέθοδο για μια πραγματικά "ακαριαία" απονομή Δικαιοσύνης. Τα ληξιαρχικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι από το 1968 ώς το 2011 οι μαύροι πολίτες είχαν από διπλάσιες ώς οκταπλάσιες πιθανότητες να χάσουν τη ζωή τους στα χέρια της αστυνομίας από ό,τι οι λευκοί.
Δικαιολογημένες ανθρωποκτονίες
Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα τον περασμένο μήνα η ομοσπονδιακή αστυνομία του FBI αποκαλύπτουν πόσο άνισος είναι ο "πόλεμος" που διεξάγεται στους δρόμους της Αμερικής. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 461 Αμερικανοί πολίτες σκοτώθηκαν πέρσι από αστυνομικούς εν υπηρεσία την ώρα που μόνο 27 από αυτούς σκοτώθηκαν εκτελώντας τα καθήκοντά τους.
Ακόμη και η Washington Post υπογραμμίζει τον συσχετισμό μεταξύ του ρεκόρ θανάτων και της στρατιωτικοποίησης της αμερικανικής αστυνομίας "που τροφοδοτήθηκε από τον επιπλέον στρατιωτικό εξοπλισμό που επέστρεψε από το Ιράκ και το Αφγανιστάν". Οι ανθρωποκτονίες που χαρακτηρίζονται "δικαιολογημένες" από το FBI αυξάνονται σταθερά από το 1998. Και, φυσικά, δεν είναι τυχαίο ότι ήταν εκείνη τη χρονιά που τέθηκε σε εφαρμογή κυβερνητικό πρόγραμμα για τη διοχέτευση του παραπανίσιου στρατιωτικού εξοπλισμού στην πολιτειακή και τοπική αστυνομία.
Οι πολλές αστυνομικές δυνάμεις αποτελούν έναν από τους λόγους για τους οποίους δεν υπάρχουν ενιαίοι "κανόνες εμπλοκής" σε όλη τη χώρα. Στις ΗΠΑ είναι δύσκολο να καταγράψει κανείς με ακρίβεια την αστυνομική βία, καθώς δεν υπάρχουν συγκεντρωτικά μητρώα, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση υποχρεούται να τα δημιουργήσει με βάση έναν νόμο του 1994. Έτσι, τα στοιχεία του FBI μάλλον παρουσιάζουν μια εξωραϊσμένη εικόνα και τα θύματα της αστυνομικής βίας είναι ακόμη περισσότερα. Μια σελίδα του Facebook (Killed by Police), που αναδημοσιεύει ειδήσεις για άτομα που έχασαν τη ζωή τους από αστυνομικά πυρά, έχει καταμετρήσει 1.450 σχετικούς φόνους από την 1η Μαΐου 2013.