Του Λέανδρου Πολενάκη
Στην παράσταση «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Βουλή των Ελλήνων την άνοιξη του 1932» στο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων», (σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη), παρακολουθήσαμε αυτούσια μια από τις τελευταίες μεγάλες αγορεύσεις στην ελληνική Βουλή: τον λόγο του Ελευθέριου Βενιζέλου, πρωθυπουργού, μέσα στη διεθνή οικονομική κρίση που οδήγησε στην τέταρτη κατά σειρά πτώχευση της Ελλάδας.
Δεν έχω πρόθεση να κάνω ιστορία, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται. Η επανάσταση του 1909 (Γουδή) άνοιξε τον δρόμο στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, που αποτελούσε πολιτική έκφραση της ανερχόμενης αστικής τάξης - αλλά όχι μόνο. «Ενθυλάκωσε» το αίσθημα του αλυτρωτισμού, που ήταν, τότε, αίτημα λαϊκό. «Ο ηγέτης του, Ελευθέριος Βενιζέλος, εξέφρασε μια εποχή και η ιστορική του παρουσία συνάπτεται με τα δεδομένα της. Η περίπτωση να αξιολογηθεί επάνω σε άλλα δεδομένα, οδηγεί στην αστοχία του πρωθυστερισμού». (Μεταφέρω την πρόταση από το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη: «Η ξενική εξάρτησις κατά την διαδρομήν του νεοελληνικού κράτους»). Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει, λίγο πιο κάτω: «Το κόμμα των Φιλελευθέρων κατ' ουσία τελειώνει εκ των πραγμάτων την εθνικοαπελευθερωτική του αποστολή το 1920. Η μεταγενέστερη παρουσία του και η επίδραση στη εξελικτική μετατροπή των όρων της κοινωνικοαπελευθερωτικής δομής θα είναι συντηρητική... Η ατολμία της κορυφής δεν θα παρατηρηθεί στη βάση του. Από τις μεγάλες μάζες της, με προεξάρχον το προσφυγικό στοιχείο, θα εκπηδήσουν στο μέλλον όλες οι λαϊκές απόπειρες για μετατροπή των όρων του κοινωνικοπολιτικού βίου της χώρας».
Ας προσέξουμε: το 1932 μπορεί εξωτερικά να μοιάζει, αλλά δεν είναι το 2015. Η αστική τάξη έδωσε επανειλημμένα εξετάσεις ηγέτιδας τάξης και απέτυχε.
Ο στερνός κοινοβουλευτικός λόγος του Ελευθέριου Βενιζέλου, είναι και η πολιτική του διαθήκη. «Απολογείται» στο β΄ μέρος για τις μοιραίες εκλογές του 1920, τις οποίες προκήρυξε ο ίδιος και έχασε από την ενωμένη αντιπολίτευση. Επειδή επικράτησε σε αυτές το κεντρικό αντιπολιτευτικό σύνθημα: «Οίκαδε»! Που σήμαινε τον τερματισμό του πολέμου στην Μικρά Ασία και την επιστροφή στην Ελλάδα του εκστρατευτικού σώματος. Σύνθημα δανεισμένο από τον τίτλο ενός άρθρου του Γεωργίου Βλάχου, ιδρυτή και εκδότη της φιλοβασιλικής «Καθημερινής», με υπότιτλο: «Ούτε έναν στρατιώτην διά την Πομερανίαν» (!). Η ευθύνη των αντιπάλων του Βενιζέλου ήταν αυτή ακριβώς: ότι αθέτησαν την προεκλογική τους υπόσχεση και συνέχισαν έναν πόλεμο τον οποίο δεν πίστευαν. Με αποτέλεσμα την καταστροφή του 1922. Καταλυτικό λάθος του Βενιζέλου, ότι προχώρησε στις εκλογές χωρίς να λάβει υπόψη του την αδιάλλακτη απαίτηση της κοινωνίας για ειρήνη. Έχει επισημανθεί χαρακτηριστικά, ότι από το πλήρωμα του θωρηκτού «Αβέρωφ» (800 άτομα), κατά τεκμήριο βενιζελικό, που ψήφισε «επί τόπου», συντεταγμένο, στο πλοίο, το κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε ψήφους δέκα!
Η παράσταση του Βιρβιδάκη παρουσιάζει ενδιαφέρον και είναι χρήσιμη, σε μια εποχή όπου υποτιμάται η ιστορική γνώση και επιχειρείται, συστηματικά να επιβληθεί η αντίληψη του «τέλους της Ιστορίας». Ειδικά στην περίπτωση του Ελευθέριου Βενιζέλου, όταν γίνεται ακόμη από τους επίγονους των πολιτικών αντιπάλων του διαστρέβλωση των ιστορικών όρων, με ιδιοτελή στόχο τη δική τους πολιτική επιστροφή.
Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Βιρβιδάκης ερμηνεύει δόκιμα τον «ρόλο» του Ελευθέριου Βενιζέλου. Παρ' ότι ο όρος «ερμηνεία», εδώ δεν χρησιμοποιείται κυριολεκτικά, ούτε πρόκειται για έναν τυπικό θεατρικό «ρόλο», αλλά για μια προσπάθεια αναπαράστασης του προσώπου μιας εποχής, μέσα από την «αφήγηση συμβάντων» ενός εκ των βασικών πρωταγωνιστών της. (Επισημαίνω το πλούσιο, σχετικό κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό της παράστασης). Με αυτήν την έννοια ο Κωνσταντίνος Βιρβιδάκης, σωστά, δεν επιχειρεί να «μιμηθεί» τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην πεποιημένη «θεατρική» πολιτική του περσόνα, αλλά τον δίνει, όσο μπορεί, και όσο δεν τον παρασύρει ο πειρασμός ανάδειξης ενός «ρόλου», στην ανθρώπινη, φυσική του υπόσταση. Ίσως θα ήταν, μάλιστα, προτιμότερο, γι' αυτό, να είχε αποφευχθεί η προσπάθεια πιστής απόδοσης των εξωτερικών, μορφικών χαρακτηριστικών του «ηγέτη». Παίρνοντας η παράσταση τη μορφή ενός απλού αναλόγιου, για να αποφευχθεί κάθε νοσταλγική ταύτιση - συγκινησιακή φόρτιση. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, διατηρώ, με τις πιο πάνω επιφυλάξεις, τη θετική μου άποψη για το όλο πράγμα.