Του Λέανδρου Πολενάκη
Εξήντα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση, το έργο που έκανε παγκοσμίως διάσημο τον Ελβετό Φρήντριχ Ντύρρενματ εξακολουθεί να προβληματίζει. Είχε αντιμετωπίσει, τότε, την απόρριψη από την Αριστερά, αλλά και από τους συντηρητικούς αστούς. Σήμερα που έχουν πέσει οι τόνοι μπορούμε να δούμε το έργο πιο ψύχραιμα. Πράγματι, αναπαράγει το αδιέξοδο, αστικό, καπιταλιστικό σύστημα περιγράφοντας με επίνοια σχεδόν προφητική όλα όσα μας συμβαίνουν σήμερα, με την κατάρρευση των θεωρούμενων μέχρι πριν από λίγο αστικών «σταθερών» της ανάπτυξης και της προόδου.
Αποτυπώνει, όμως, συγχρόνως, και την κατάρρευση της σταθεράς του «οικονομισμού», κυρίαρχης όχι μόνο στο αστικό μοντέλο αλλά και στο «αντίπαλο δέος» του, το σοσιαλιστικό. Το έργο δεν είναι μια «τραγωδία της εκδίκησης». Είναι μια «τραγωδία της δικαιοσύνης», που, όμως, εμπεριέχει ένα φαινομενικό παράδοξο: η «γηραιά κυρία», το αρχικά πάσχον πρόσωπο του έργου που έρχεται να αποδώσει δικαιοσύνη, ξεπερνά σε δεδομένη στιγμή το μέτρο, από θύμα γίνεται θύτης... και χάνει το δίκιο της.
Μπορούμε άραγε να μιλάμε για καθαρή τραγωδία; Όχι, επειδή η «γηραιά κυρία», τυπικά τουλάχιστον, εξακολουθεί να θριαμβεύει. Δεν υπάρχει το αντικειμενικό στοιχείο της Νέμεσης που συντρίβει τον ισχυρό στην τραγωδία. Δεν υπάρχει καν χριστιανική μεταμέλεια. Υπάρχει μόνο η απώλεια της συμπάθειας του κοινού, που μεταβιβάζεται μηχανιστικά στο θύμα της «δικαιοσύνης» της. Η μεταβολή των αισθημάτων του κοινού δεν είναι ποιοτική, είναι ποσοτική.
Ακόμη η «δικαιοσύνη» της δεν είναι άμοιρη μιας εκδίκησης ερωτικής, που φθάνει έως τον αφανισμό του αντικειμένου του πόθου που πρόδωσε. Πρόκειται για έργο προγραμματικά μεικτό, μπαρόκ θα το έλεγα, κράμα αλληγορίας και ρεαλισμού, που δείχνει γυμνά τα τοπία της ανθρώπινης φθοράς και ανάγκης, με στόχο να αναδείξει τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος, το εύπλαστο της συνείδησης του ανθρώπου, το σύνθετο της φύσης του και την πολλαπλότητα των κινήτρων. Είναι ένα έργο με «θέση», αλλά χωρίς την απαραίτητη «αντίθεση». Δεν συνθέτει, εκθέτει.
Με γνωστή την κλίση του Ντύρρενματ στα εβραϊκά, θα παρουσίαζε ενδιαφέρον αν συσχετίζαμε την «Κυρία...» με τον σαιξπηρικό Σάιλοκ: μια ισχυρή, σύνθετη προσωπικότητα, που γίνεται, όπως εκείνη, διαδοχικά, από θύμα θύτης, ύστερα πάλι θύμα και κατόπιν θύτης. Εμποτίζοντας με τη μόνιμη προσήλωσή του στον «θεό» του χρήματος, τη συνείδηση του ανθρώπου της Δύσης. Ο «Έμπορος της Βενετίας», τελειώνει, πράγματι, με μια δικαιοσύνη κυριαρχούμενη από το «γράμμα του νόμου» με νικητή τον τυπολατρικό φαρισαϊσμό του ηττημένου και ηττημένη την επιείκεια του νικητή. Αν αυτό είναι το κρυφό κίνητρο της «Κυρίας...», η εκδίκηση - απολογία του Σάιλωκ, τότε συνεννοούμαστε.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Αλέξανδρος Κοέν στο «Βεάκειο» (κινησιολογία Φρόσως Κορρού), χωρίς να αποδίδει ολόκληρο το σύνθετο «παζλ» του έργου, είναι, ωστόσο, μια δουλειά καλή, στρωτή, ισορροπημένη, σε ύφος μεικτό, συνδυάζοντας ρεαλισμό και γκροτέσκο, με πολύ χιούμορ, που «κατεβάζει» στο κοινό το κεντρικό μήνυμα: την ανησυχία, την αγωνία, τον φόβο για τη δύναμη του χρήματος που αλλοιώνει τις συνειδήσεις. Τοποθετεί τον θεατή «απέναντι», τον αποσπά από την παθητικότητα, τον αναγκάζει να πάρει θέση. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Η μετάφραση του σκηνοθέτη χρηστική, τα σκηνικά (Χριστίνα Κωστέα) και τα κοστούμια (Celebrity Skin: Δημήτρης Στρέπκος, Ελένη Μπάρλα), ουσιώδη. Οι μουσικές (Δημήτρης Μαραμής) αρμόζουσες, οι φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) λειτουργικοί.
Μια σειρά εκλεκτών υποκριτικών κοσμούν την παράσταση. Ο Δημήτρης Πιατάς (Ιλ) μεταμορφώνει ιδανικά το καλβινιστικό αίσθημα ενοχής σε εντόπια τραγική εμπειρία. Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου (Κυρία) γίνεται μια μεσογειακή ερινύα τυφλωμένη από το ξαφνικό φως. Η Αιμιλία Υψηλάντη (δήμαρχος) «υφαίνει» επιδέξια τον ιστό της γυναίκας - αράχνης. Η Υβόννη Μαλτέζου (δασκάλα) δίνει καίρια τον «δίψυχο» ρόλο της.
Η νεότατη Χαρά Αδαμίδου (ζωγράφος) «ζωγραφίζει». Ο Άλεξ Κάβδας (παρουσιαστής) αυτοπροσδιορίζεται παρουσιαζόμενος. Ο Κυριάκος Μαρκάτος (πάστορας) είναι στιγμιοτυπικός, οι Ρωμανός Μαρούδης (μπάτλερ) και Δημήτρης Καστανιάς (Λόμπυ) κερδίζουν δίκαια τις εντυπώσεις. Η επίσης νεότατη Ιωάννα Αγγελίδη (δεσποινίς Λουίζε) έχει παρουσία. Οι Εύη Νταλούκα, Τζούλη Σούμα, Νίκος Ψημίτης συνιστούν έναν πένθιμο συγγενικό «χορό». Ο Φαίδων Κεφαλέας (σύζυγος της «Κυρίας») και ο Πέτρος Γούτης (αστυφύλακας) μέσα στους ρόλους πείθουν.