Του Λέανδρου Πολενάκη
Για το λεγόμενο «θέατρο του παραλόγου» και τον Σάμιουελ Μπέκετ, έχω αφιερώσει αρκετά σημειώματα της «Αυγής». Μετά την ανθρωποσφαγή του τελευταίου μεγάλου πολέμου ο Μπέκετ αισθάνεται, δικαιολογημένα, ότι ζει σε έναν κόσμο κενό, κάτω από άδειους ουρανούς, μέσα σε ένα σύμπαν ακατανόητο, βουβό, τυφλό και αναίσθητο στον πόνο. Το αίσθημα της θνητότητας είναι ο μόνος σύνδεσμος του ανθρώπου με την κατεστραμμένη φύση. Είναι σαν να ακούμε ξανά και ξανά την κραυγή του Πρίμο Λέβι από το έργο του, «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος...»: «Μετά το Άουσβιτς, έχει, άραγε, νόημα να εξακολουθεί να γράφεται ποίηση;». Ο Λέβι, σε λίγο, έβαλε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Αλλά ο Μπέκετ είναι, πριν από όλα, ένας μεγάλος ποιητής. Δεν «ακούει» τον Λέβι, αλλά... τον Άμλετ, όταν, στο τέλος του ομώνυμου έργου, αποτρέπει από την αυτοκτονία τον μοναδικό επιζώντα ενός κοσμικού ναυαγίου, Οράτιο, με τα λόγια: «Εσύ θα ζήσεις, για να πεις ποιος ήμουν. Για να δημιουργήσεις». Ότι, δηλαδή, σε καιρούς ανάπηρους, όταν «ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα» (Γκόγια), το μόνο αντίδοτο κατά του «παράλογου» θανάτου, και το μόνο νόημα της «παράλογης» ζωής, είναι αυτό: να ζήσεις, για να δημιουργήσεις. Το άκουσαν απ' τους νεότερους οι «εξεγερμένοι του παραλόγου», ο Καμύ και ο Μπέκετ. Και οι δύο είχαν, ευτυχώς, το χάρισμα. Ο Καμύ, στη σύντομη ζωή του, πρόλαβε, πριν από το δυστύχημα που τον πήρε πρόωρα, να δώσει, με τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» και με τον «Μύθο του Σισύφου», μια απάντηση φιλοσοφική στην πρόκληση. Ο Μπέκετ ανταποκρίθηκε με τα όπλα του αυθεντικού ποιητή, μεταμορφώνοντας την υπαρξιακή του απόγνωση... σε «θέατρο του παραλόγου».
Ποιος είναι ο αινιγματικός «Γκοντό» που όλοι τον περιμένουν στο ομώνυμο έργο του Μπέκετ, αλλά ποτέ δεν έρχεται ; Δεν θα επιχειρήσω, βέβαια, να δώσω απάντηση. Θα ήταν άτοπο. Μπορεί να είναι οποιοδήποτε απ' τα πρόσωπα του έργου ή από τα πράγματα. Ο Βλαδίμηρος, ο Εστραγκόν, ο Πότζο, ο Λάκυ, το παιδί που φέρνει το μήνυμα, το δέντρο από το οποίο επιχειρεί ματαίως να κρεμαστεί ο Βλαδίμηρος, το κλαδί που έσπασε, το σχοινί της κρεμάλας, το παπούτσι που τον στενεύει, το ξεχασμένο καπέλο του Λάκυ, η λαιμαριά του σκύλου που έχει φορέσει ο Πότζο στον Λάκυ, το λουρί, και άλλα πολλά. Το έργο του Μπέκετ, παρ' ότι πλανιέται σε αυτό μονίμως το ερώτημα «τι είναι ο άνθρωπος», αντιστοιχεί σε μια αποφατική ανθρωπολογία. Περιορίζεται να μας πει «τι δεν είναι ο άνθρωπος». Ίσως, ούτε αυτό. Δεν απαντά στα ερωτήματα που θέτει, τα αφήνει μετέωρα. Στο αίνιγμα της νυσταγμένης Σφίγγας δεν αποκρίνεται κανείς. Το τέλος του κόσμου δεν θα έρθει με έναν λυγμό, αλλά με ένα χασμουρητό, μοιάζει να είναι, σε επιπόλαιη ανάγνωση, το τελικό συμπέρασμα της μπεκετικής ανθρωπολογίας. Αλλά, δεν πρόκειται, ευτυχώς, μόνο για αυτό.
Η παράσταση της ομάδας Cartel στο ομώνυμο θέατρο, στη μεταβιομηχανική περιοχή του Βοτανικού, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραγεώργου, κατορθώνει να πάει το έργο πιο πέρα. Το αποκολλά από τη «μεταφυσική» του υπόσταση, το ανοίγει στο εδώ και τώρα. Το εύρημα της ανοικτής πόρτας, μέσω της οποίας αλληλοπεριχωρούνται η ζωή του θεάτρου και η ζωή του δρόμου, λειτουργεί ευεργετικά, σπάζοντας τους κλειστούς ορίζοντες και τους ερμητικά σφραγισμένους κώδικες του έργου. Το «παράλογο» καταργείται, το έργο παύει να ξενίζει, γίνεται οικείο, πλησιάζει τρυφερά τον θεατή. Δίπλα σε αυτά οι καλές υποκριτικές μιας ισοκέφαλης ομάδας, σε ένα κατακτημένο ύφος ιλαροτραγωδίας. Ο Γιώργος Γεροντιδάκης, ο Βασίλης Μπισμπίκης, η Κατερίνα Σιώζου, ο Παναγιώτης Σούλης και ο Στέλιος Τυριακίδης «κρύβουν» για να δείξουν. Σκηνοθέτης και ηθοποιοί έχουν επιμεληθεί τα λειτουργικά σκηνικά - κοστούμια και τους φωτισμούς, «ως μέρος της διαδικασίας των δοκιμών». Τα άρτια αισθητικά βίντεο είναι της Αθηνάς Λιάσκου. Μια καθαρή από ετερογενείς προσμίξεις παράσταση, που παίζει με «ανοιχτά χαρτιά».