Live τώρα    
10°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Σποραδικές νεφώσεις
10 °C
8.3°C11.1°C
2 BF 76%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αραιές νεφώσεις
8 °C
6.7°C8.3°C
1 BF 81%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
7 °C
2.8°C9.0°C
1 BF 87%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αραιές νεφώσεις
11 °C
10.6°C11.7°C
2 BF 87%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
7 °C
7.0°C7.0°C
1 BF 87%
Στο πήλινο Μεγάλο Τζαμί της Ντζενέ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στο πήλινο Μεγάλο Τζαμί της Ντζενέ

Τζαμί της Ντζενέ
Φωτογραφία: Θάνος Παναγόπουλος

1996. Στην Ντζενέ, μικρή ιστορική πόλη του Μαλί, 19.000 κατοίκων, η καθημερινότητα εκτυλίσσεται γύρω από το μεγάλο τζαμί. Αν και ελάχιστα προσαρμοσμένοι στον τουρισμό, ζήτημα αν οι επισκέπτες ξεπερνούν τους 80 χιλιάδες ετησίως, οι Μαλιανοί είναι φιλικοί με τους ξένους. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ντζενέ, όπου έρχονται να θαυμάσουν ένα από τα πιο αξιοσημείωτα αφρικανικά τζαμιά και το μεγαλύτερο κτήριο από λασπότουβλα στον κόσμο. Με υπερηφάνεια για το τέμενός τους, οι ντόπιοι διοργανώνουν κάθε χρόνο φεστιβάλ με μουσική και φαγητό, στη διάρκεια του οποίου επισκευάζουν τις όποιες φθορές τού προξένησαν την χρονιά που πέρασε ο αέρας και ο καυτός ήλιος.

Κανείς δεν φαντάζεται ότι φέτος θα συμβεί κάτι που θα καταστήσει τους ντόπιους καχύποπτους και «κουμπωμένους» με τους ξένους. Μια αποστολή φωτογράφων, σχεδιαστών, μοντέλων και τεχνικών περιοδικού παίρνουν την άδεια των δημογερόντων να τραβήξουν φωτογραφίες μέσα στο τζαμί. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχονται λευκοί για λήψεις στο στολίδι αυτό της Ντζενέ. Όταν όμως δίνουν την άδεια οι ντόπιοι στο συνεργείο, αγνοούν τι είδους πόζες και θέματα θα τραβήξουν. Το όνομα του περιοδικού, «Vogue Paris», δεν τους λέει και πολλά, ίσως και τίποτε.

Η γαλλική έκδοση της Vogue στις 15 Ιουνίου 1920, η τρίτη μετά την αμερικανική, το 1892, και τη βρετανική, το 1916, είναι ταυτισμένη με την εικόνα της απελευθερωμένης γυναίκας. Ειδικά με την αρχισυνταξία, από πρόπερσι, της Τζόαν Τζούλιετ Μπακ, και με για πρώτη φορά Αμερικανό αρχισυντάκτη σε γαλλικό έντυπο, η εικόνα αυτή είναι ακόμη πιο έντονη. Όταν οι ντόπιοι, συντηρητικοί μουσουλμάνοι βλέπουν στο συνεργείο μοντέλα με τσιγάρο στο χέρι, να πίνουν κρασί καθώς γευματίζουν και να πηγαίνουν για φωτογράφιση με ακάλυπτους ώμους, μπράτσα, ωμοπλάτες, πόδια και μπούστα, αντιδρούν. Το θεωρούν βλασφημία. Όχι μόνο διώχνουν το συνεργείο, αλλά απαγορεύουν έκτοτε την είσοδο κάθε μη μωαμεθανού στο τζαμί. Έκτοτε, οι στενοί διάδρομοι, τα χαλιά πάνω στα κατασκευασμένα από λάσπη πατώματα, οι αψίδες από πηλό, θα παραμείνουν ερμητικά κλειστά για τους χριστιανούς επισκέπτες.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2003. Αναχωρώ αξημέρωτα από τη Σεβαρέ, τη δίδυμη πόλη του Μόπτι, 10 ώρες οδικώς από την πρωτεύουσα Μπαμακό, όπου πέρασα τη νύχτα σε ένα ευχάριστο μοτέλ με μπαλκόνι και αυλή για 19.500 φράγκα Δυτικής Αφρικής, κάπου 31 ευρώ το δίκλινο. Επόμενος προορισμός είναι η Ντζενέ, στα 115 χιλιόμετρα απόσταση. Υπολογίζω σε δυόμισι ώρες να έχω φτάσει, προτού αρχίσει να καίει ο ήλιος. Περνάω διαδοχικά μέσα ή κοντά από κοινότητες παντελώς άγνωστες ακόμη και σε λάτρεις της γεωγραφίας, όπως το Σουφουρουλάγιε, το Σομαντούγκου, την Γκουντάκα και την παραποτάμια Σοφάρα, με κατεύθυνση νοτιοδυτικά. Διασχίζω την αρχαία Ντζενέ, την Ντζενέ - Ντζένο όπως ονομάζεται, και φτάνω στην πόλη, 2,5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά, σχετικά νωρίς το πρωί.

Με ελάχιστο ύπνο και άφαγος, κατευθύνομαι για πρωινό στο Chez Baba, με θέα την αγορά και το τζαμί. Παραγγέλνω ένα μπουκάλι νερό και ένα σάντουιτς για 850 φράγκα, ούτε 1,50 ευρώ. Δεν το λες και κακή τιμή. Πόσο μάλλον όταν έρχεσαι από ταξίδι και θαυμάζεις τη θέα ενός από τα τέσσερα με πέντε διασημότερα τζαμιά ολόκληρης της αφρικανικής ηπείρου. Το τζαμί προκαλεί δέος με τα 16 μέτρα ύψος, τους τρεις μιναρέδες, την αρχιτεκτονική και το αρμονικό «δέσιμο» με το περιβάλλον. Τελειώνω το πρωινό και το παρατηρώ και από κοντά. Η δομή, τα υλικά, τα σχήματα, όλα, συνθέτουν ένα εξαιρετικό δείγμα «μπάνκο», όπως ονομάζεται το συγκεκριμένο στυλ του Σάχελ, της μακρόστενης περιοχής των 3 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων από τον Ατλαντικό δυτικά μέχρι την Ερυθρά 5.900 χιλιόμετρα ανατολικότερα και που ενώνει στα βόρεια την Σαχάρα με τη Σουδανική Σαβάνα στα νότια.

Το «μπάνκο» είναι κατασκευή με λασπότουβλα, τούβλα από μείγμα αργιλίου και λάσπης από άμμο και νερό, αναμεμειγμένο με συνεκτικό συστατικό συνήθως από φλοιό ρυζιού ή άχυρο και ξύλινα δοκάρια για οπλισμό. Οι απαρχές αυτών των δομικών υλικών χάνονται στο βάθος του χρόνου. Τα λασπότουβλα είναι γνωστά από το 9000 π.Χ. στην Ιεριχώ και τα συναντάμε κατόπιν σε Μινωική Κρήτη, Αίγυπτο και αλλού, η δε οπτή τους μορφή είναι γνωστή από το 4.000 π.Χ.

Το Μεγάλο Τζαμί της Ντζενέ χτίστηκε αρχικά τον 13ο αιώνα, το δε σημερινό κτήριο είναι του 1907. Ο θρύλος λέει πως αρχικά ήταν ανάκτορο του σουλτάνου Κουνμπούρου από το Γκάο της ισλαμικής αυτοκρατορίας του Μάλι. Αυτός έγινε στα 34 του, επί του μάνσα, δηλαδή «κατακτητή» Μουσά, μουσουλμάνος για να μπορέσει να πάει στη Μέκκα και να σπουδάσει το Κοράνι. Τότε μετέτρεψε το ανάκτορο σε τζαμί, το οποίο ανακήρυξε η UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 1988, 160 χρόνια αφότου έχουμε την πρώτη αναφορά Ευρωπαίου γι' αυτό από τον θρυλικό Γάλλο εξερευνητή Ρενέ Καγιέ, πρώτο λευκό που κατάφερε να επιστρέψει ζωντανός από το ώς τότε θεωρούμενο ως «μυθικό» Τιμπουκτού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL