Γύρω στα 900 νέα παιδιά τούτες τις μέρες ονειρεύονται και ελπίζουν... Μπροστά στις εξεταστικές επιτροπές του υπουργείου Πολιτισμού, θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν κάποιο μονόλογο από την αρχαία τραγωδία ή το σύγχρονο δράμα, προκειμένου, αφού έχουν γίνει ήδη δεκτά σε κάποια από τις 28 ιδιωτικές δραματικές σχολές, να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους... Να γίνουν ηθοποιοί.
Ανάμεσα, όμως, στη στιγμή που θα σταθούν μπροστά στην επιτροπή μέχρι την κατάληξη των σπουδών μεσολαβούν τρία ή και παραπάνω χρόνια φοίτησης σε κάποια δραματική σχολή, κατά τη διάρκεια των οποίων κάποιοι θα ξεχωρίσουν έχοντας καταφέρει να καλλιεργήσουν το ταλέντο τους, άλλοι όμως θα καταλήξουν κακέκτυπα εκείνου του ηθοποιού που θα τους έχει αναλάβει στο μάθημα της υποκριτικής. Το τι από τα δύο θα συμβεί είναι θέμα τύχης και προσανατολισμού μέσα σε έναν μικρόκοσμο όπου επικρατεί, εν πολλοίς, η αυθαιρεσία, με θύμα τους σπουδαστές, αλλά και, μακροπρόθεσμα, την ίδια την τέχνη του θεάτρου...
Τα προβλήματα (και τα έξοδα) για τους υποψήφιους σπουδαστές ξεκινούν πολύ πριν παρουσιαστούν ενώπιον της επιτροπής του υπουργείου, καθώς, αφενός, κάποιες σχολές, στις δικές τους εισαγωγικές, απαιτούν εξέταστρα, το ύψος των οποίων ποικίλλει, αφετέρου και εδώ ανθούν τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα τόσο την οικονομική αιμορραγία του υποψήφιου όσο και το να εμφανίζεται στις εξετάσεις ως κακέκτυπο του προγυμναστή του...
"Με ποια κριτήρια στελεχώνονται οι επιτροπές του υπουργείου; Με ποια κριτήρια περνάνε οι σπουδαστές;" αναρωτιέται η Άννα Μακράκη, ηθοποιός με πολυετή πείρα στη διδασκαλία, σημειώνοντας ότι συχνά αξιόλογοι υποψήφιοι κόβονται. Ποιος δεν θυμάται την απόρριψη της Έλλης Λαμπέτη; "Είναι δυνατόν στις εξετάσεις να ψάχνουν να βρουν έναν έτοιμο ηθοποιό;" ρωτάει από τη μεριά της μια σπουδάστρια που δεν θέλησε να δημοσιοποιηθεί το όνομά της. "Είναι πιο δύσκολο να μπεις παρά να βγεις από μια σχολή", παρατηρεί, τονίζοντας ότι είναι μεγάλος ο αριθμός αυτών που "κόβονται", κάποτε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.
"Το κράτος, αντί να ελέγχει τον τρόπο που λειτουργούν οι σχολές, ελέγχει τους σπουδαστές, στο αν είναι ή δεν είναι ικανοί να σπουδάσουν θέατρο, μέσω μιας κουρασμένης τις περισσότερες φορές, λόγω του όγκου των υποψηφίων, επιτροπής" τονίζει ο Γιώργος Κιμούλης υπογραμμίζοντας ότι είναι απαραίτητη η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου της χορήγησης αδειών ίδρυσης και λειτουργίας των δραματικών σχολών.
Περνώντας το κατώφλι της σχολής
Οι όροι ίδρυσης και λειτουργίας των Ανωτέρων Ιδιωτικών Σχολών Δραματικής Τέχνης καθορίζονται από ένα νομοθετικό πλαίσιο που έχει ήδη ηλικία 30 ετών, τον Ν. 1158/81 και το Π.Δ. 370/1983, που και αυτά κωδικοποιούσαν παλαιότερες διατάξεις -στο μεταξύ, μια ολόκληρη κοσμογονία έχει συντελεστεί τόσο σε κοινωνικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια.
Μέσα από αυτό το πλαίσιο ορίζονται οι εγκαταστάσεις και οι υποδομές που πρέπει να διαθέτει μια σχολή, τομέας που σε αρκετές περιπτώσεις σημειώνονται ελλείψεις, το πρόγραμμα σπουδών και τα προσόντα των διδασκόντων.
Το πρόγραμμα σε κάθε ένα από τα τρία έτη φοίτησης αποτελείται από 16 ώρες υποκριτική και άλλες τόσες συνολικά αγωγή προφορικού λόγου και κίνηση - χορό, που αποτελούν τα κύρια μαθήματα, καθώς τα "δευτερεύοντα" μουσική, δραματολογία, ιστορία θεάτρου, κινηματογράφου, νεοελληνικής λογοτεχνίας, σκηνογραφίας.
Με την εξαίρεση του χορού και της μουσικής, για τη διδασκαλία των οποίων απαιτείται πτυχίο, όλα τα άλλα μπορούν να διδαχθούν από καλλιτέχνη "αναγνωρισμένης αξίας". Τι θα πει αυτό; "Να είσαι εμπορικός" λέει απλά η Α. Μακράκη. Με τον τρόπο αυτόν ανοίγει διάπλατα η πόρτα της αυθαιρεσίας και των πελατειακών σχέσεων, όπως δείχνει και το παράδειγμα ενενηντάχρονης πρώην κριτικού που ανέλαβε να διδάξει ιστορία λογοτεχνίας και κινηματογράφου σε ιδιωτική σχολή χωρίς κανένα ανάλογο πτυχίο...
Ενώ στο εξωτερικό τη διδασκαλία της υποκριτικής αναλαμβάνουν εκπαιδευμένοι επαγγελματίες, στην Ελλάδα αυτό το κάνουν "ενεργοί ηθοποιοί, που βασική τους ασχολία δεν είναι η διδασκαλία", παρατηρεί ο Δημήτρης Καταλειφός, που από φέτος ανήκει στο δυναμικό της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πιο καυστική, θεατρολόγος που διδάσκει σε δραματική σχολή υπογραμμίζει ότι "στο εξωτερικό διδάσκουν το θέατρο στη συγχρονία του. Εδώ βρισκόμαστε εκατό χρόνια πίσω: διδάσκουν ακόμη Στανισλάφσκι ή Γκροτόφσκι, αγνοώντας τις νέες τάσεις στη διεθνή σκηνή. Ο καθένας διδάσκει τη μανιέρα του".
"Πρόκειται για μια πολυγλωσσία που καταλήγει σε ασυνεννοησία. Γι' αυτό δεν διαμορφώνουμε κοινή γλώσσα αλλά ημιμάθεια" λέει ο Δ. Καταλειφός, για να καταλήξει: "Στις σχολές διδάσκεται ο εγωκεντρισμός, όχι η συλλογικότητα". Στην "ανυπαρξία κατασκευαστικής μεθόδου" εκ μέρους των διδασκόντων επικεντρώνει την κριτική του ο Γ. Κιμούλης: "Το καλλιτεχνικό έργο είναι μία κατασκευή και κάθε κατασκευή έχει την τεχνική της. Ο δάσκαλος μιας δραματικής σχολής οφείλει να έχει και να διδάσκει μία συγκεκριμένη μέθοδο. Ακόμη και αν ο σπουδαστής την απορρίψει και ακολουθήσει άλλη διαφορετική μέθοδο, θα έχει κατανοήσει την ανάγκη ύπαρξης κάποιας μεθόδου".
Το πρόγραμμα σπουδών
"Ασαφές και λεπτομερές ταυτόχρονα" χαρακτηρίζει το πρόγραμμα σπουδών που ορίζεται από το νόμο η Α. Μακράκη, που θα επιθυμούσε μεγαλύτερη ελευθερία στον σχεδιασμό του: "Γιατί να διδάσκεται απαραίτητα χορός και όχι, π.χ., τάι-τσι;" αναρωτιέται, τονίζοντας όμως ότι δεν υπάρχει επιστασία από το υπουργείο κατά τη διάρκεια των σπουδών. Πράγματι, σπουδαστές που μας μίλησαν καταγγέλλουν πως "ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, δεν υπάρχει έλεγχος", καθώς δεν εφαρμόζουν όλες οι σχολές το προβλεπόμενο πρόγραμμα.
Στην έλλειψη βούλησης ελέγχου, καθώς και στο ανεπαρκές προσωπικό της αρμόδιας Διεύθυνσης του ΥΠΠΟ αποδίδει την κατάσταση αυτή ο Πάνος Σκουρολιάκος, που ήταν μέχρι πρόσφατα διευθυντής σπουδών σε δραματική σχολή. Προτείνει μάλιστα, μαζί με την ανανέωση των μαθημάτων, τη δημιουργία Διεύθυνσης Καλλιτεχνικής Παιδείας στο υπουργείο Παιδείας και την υπαγωγή των δραματικών σχολών σε αυτήν, καθώς και τη σύσταση κάποιου συστήματος πανεπιστημιακής επιμόρφωσης των διδασκόντων.
Η "αλλεργία" την οποία επέδειξε διαχρονικά το κράτος απέναντι στην ίδρυση τμημάτων καλλιτεχνικών σπουδών στις πανεπιστημιακές σχολές ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αυθαιρεσία η οποία επικρατεί στον χώρο. Η ιδέα της δημιουργίας μιας Ακαδημίας παραστατικών τεχνών τορπιλίστηκε, με αποτέλεσμα σήμερα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα με αλυσίδα δραματικών σχολών να επιχειρούν την καπηλευτούν, επιχειρώντας, χάρη και στη διαπλοκή τους με τα κόμματα της συγκυβέρνησης, να στήσουν μια ιδιωτική σχολή - μαμούθ που θα φέρει τον ψευδεπίγραφο τίτλο της "Ακαδημίας".
Η ίδρυση μιας πανεπιστημιακού επιπέδου σχολής, που θα λειτουργεί ανταγωνιστικά ως προς τις ιδιωτικές, αποτελεί μια λύση κατά την Α. Μακράκη, ενώ ο Π. Σκουρολιάκος σκέφτεται ότι ως μπούσουλας για την εισαγωγή σπουδαστών θα μπορούσε να χρησιμεύσει το παράδειγμα των εξετάσεων της ΑΣΚΤ.
Μέχρι τότε οι σπουδαστές θα είναι αναγκασμένοι να πελαγοδρομούν σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από πολλές ταχύτητες (κρατικές σχολές, ιδιωτικές που διατηρούν αξιοπρεπές επίπεδο και εκείνους που εκμεταλλεύονται τους νέους, όπως τις κατηγοριοποιεί ο Δ. Καταλειφός). Ή, όπως λέει χαρακτηριστικά θεατρολόγος με την οποία μιλήσαμε, "θα επικρατεί η αναπαραγωγή του συστήματος της μετριότητας"...
"Πριν από το θέατρο, πρέπει να έχεις άποψη για τη ζωή..."
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ανεπάρκειας πολλών σχολών και των διδασκόντων τους, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και την άλλη πλευρά: τους σπουδαστές και το απόθεμα κουλτούρας και γνώσεων με το οποίο περνούν το κατώφλι των σχολών, καθώς και τους παράγοντες που διαμορφώνουν τα κίνητρά τους. Οι συνομιλητές περιγράφουν με σκοτεινά χρώματα την πραγματικότητα που συνάντησαν μέσα στις τάξεις. Για τη γενική παιδεία που λείπει, ακόμη και για μη σωστή χρήση και προφορά των ελληνικών, έκανε λόγο η Α. Μακράκη, τονίζοντας ότι μια σχολή οφείλει έτσι να αναλάβει να διδάξει και βασικές γνώσεις, ενώ ο Δ. Καταλειφός μιλά για νέους που βγαίνουν από τα σχολεία χωρίς καλλιέργεια, με ελλείψεις σε βασικές γνώσεις. "Αυτό που δεν διδάσκεται στις σχολές είναι η γενικότερη πνευματική αντιμετώπιση του θεάτρου", λέει, θεωρώντας λίγα τα τρία χρόνια σπουδών και προτείνοντας ένα προπαρασκευαστικό έτος που θα είναι αφιερωμένο "στη γενικότερη πνευματική καλλιέργεια. Πριν από το θέατρο, πρέπει να έχεις άποψη για τη ζωή...".
Από τη μεριά του, ο Γ. Κιμούλης πιστεύει ότι "η γνώση είναι εργαλείο εξουσίας και κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι πολιτικά αθώο. Η εκπαίδευση δεν είναι σκόρπιοι κρίκοι κάποιας σπασμένης αλυσίδας, είναι ενιαία. Όλοι οι σπουδαστές ανωτέρων και ανωτάτων σχολών προέρχονται από ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο έχει θυσιάσει στον βωμό της εξειδίκευσης κάθε εγκυκλοπαιδική γνώση. Μοναδικός στόχος του συστήματος: η χρηστικότητα στον χώρο της αγοράς. Όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα πλέον έχουν την ίδια ιεραρχία: μαθηματικά, γλώσσες, και στο τέλος οι ανθρωπιστικές σπουδές και κάπου στο βάθος οι τέχνες. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο σύγχρονος μαθητής γαλουχείται μ' αυτήν την υπονομευτική απαξίωση. Αυτή η απαξίωση είναι η απαρχή της δικής του αυτοαπαξίωσης, όταν θελήσει να γίνει καλλιτέχνης".