Ο εγκλεισμός ενός ατόμου, που συνεπάγεται τον αποκλεισμό από αγαπημένα πρόσωπα, πράγματα και οικεία μέρη, είναι μια συνθήκη σκληρή, στην οποία κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά.
Η Ζιζή Μακρή έζησε την εμπειρία του ξεριζωμού και της ξένωσης όχι μόνο μία φορά. Γεννήθηκε το 1924 στο Βελιγράδι. Φοίτησε στο μεταπολεμικό Παρίσι την τέχνη της χαρακτικής, με δάσκαλο τον χαράκτη, ζωγράφο, σκιτσογράφο, γελοιογράφο και εικονογράφο Δημήτρη Γαλάνη. Στο μεταπολεμικό Παρίσι των μεγάλων προσδοκιών αγάπησε την Ελλάδα, την πολιτική, αλλά και τον γλύπτη Μέμο Μακρή. Από τη γαλλική πρωτεύουσα εξορίστηκε, για τα φρονήματά της, μαζί με τον Μακρή, τη δεκαετία του '50 και κατέφυγε στην Ουγγαρία. Κρατήθηκε επί ένα χρόνο (1960-61) στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ επί της οδού Αλεξάνδρας, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα φυγάδευσης ενός διακεκριμένου στελέχους του ΚΚΕ από την Αθήνα, όπου εισήλθε με πλαστό διαβατήριο. Στις φυλακές προσποιείτο εν πολλοίς ότι δεν γνώριζε καν την ελληνική γλώσσα.
Η μόνωσή της ήταν σημαντική, αν και όχι απόλυτη. Κατάφερε να διαφύγει με έναν τρόπο δημιουργικό. «Ξέρω ότι εκείνη τη στιγμή που έκανα τα έργα στη φυλακή έδωσα όλο τον εαυτό μου (...). Όλα τα αισθήματα που είχα τα έβαλα, το καλλιτεχνικό ήρθε σε δεύτερη μοίρα, ούτε που το σκέφτηκα, ήθελα να εκφραστώ, πάει τελείωσε». Αυτά λέει, μεταξύ άλλων, η Μακρή στο βιβλίο που συνοδεύει την έκθεση με τον αποκαλυπτικό τίτλο Μια μάντρα, ένα δέντρο, λίγος ήλιος (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και εκδόσεις Θεμέλιο).
Η στάση της, καθαρή, αποτυπώνεται στα σχέδια και στα χαρακτικά που εκτίθενται με περισσή ευαισθησία και επιμέλεια. Τα μοντέλα της είναι οι ποινικές κρατούμενες, γιατί «οι πολιτικές δεν είχαν γραφικότητα, οι ποινικές, για μένα τουλάχιστον -το μαντίλι, όλη η στάση- ήταν κάτι εντελώς καινούργιο», παραδέχεται με παρρησία η καλλιτέχνις στο ίδιο κείμενο.
Η Ζιζή Μακρή μετουσιώνει τα προσωπικά της βιώματα όπως ο δάσκαλός της Γαλάνης, έχοντας αφομοιώσει τα προτάγματα του μοντέρνου. Ο χώρος δηλώνεται σπανίως, με ελάχιστα αφηγηματικά, επίπεδα στοιχεία (κρεβάτια και ταβάνια, καρέκλες και πεζούλες).
Κυρίως υποδηλώνεται μέσα από τις ίδιες τις μορφές, το βάθος που δημιουργούν με τη γεωμετρική διάταξή τους, το σύμπλεγμα των μελών τους ή την επίπεδη, γραμμική τους παράταξη, που θυμίζει αναπαραστάσεις αιγυπτιακών ταφικών τοιχογραφιών ή και κορινθιακών αγγείων, αλλά και, ενίοτε, τις λουόμενες του Πωλ Σεζάν.
Οι φιγούρες είναι πλασμένες, όπως στον κυβισμό ή τον ιμπρεσιονισμό, με όγκους ή με γραμμές. Ο υποψιασμένος θεατής διακρίνει αποτυπώματα που οφείλουν να γίνουν και έγιναν, εντέλει, τυπώματα.
Δεν φέρουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ιδιαίτερα γνωρίσματα στα πρόσωπά τους. Δείχνουν όμως με την ανεπαίσθητη κύρτωση των ώμων, την κλίση ή το τέντωμα του κορμού, το άνοιγμα και το κλείσιμο των σκελών ή τη θέση των χεριών, τα συναισθήματά τους. Που προβάλλουν έντονα μέσα στην αφαιρετικότητά τους.
Ο χρόνος του εγκλεισμού έχει σταματήσει τις κινήσεις. Γράφεται με έναν παρορμητικά σχεδιασμένο κύκλο ή με ατέρμονες γραμμώσεις που κρύβουν τον ορίζοντα και θα μπορούσαν ίσως να μας παραπέμψουν και στις γραμμές που χαράζουν.
Τα σχέδια και τα χαρακτικά της Ζιζής Μακρή θυμίζουν μακέτες για ένα εξπρεσιονιστικά σκηνογραφημένο έργο. Έχουν φτιαχτεί σε μια εποχή τόσο μακρινή και τόσο κοντινή. Μιλούν για την ξένωση του σύγχρονου ανθρώπου και δη της γυναίκας και δηλώνουν το σθεναρό "παρών" της ως αντίσταση στον καταπιεστικό «λόγο του άλλου».
Χαρακτικά και σχέδια της Ζιζής Μακρή στην Astra Galerie (Καρυατίδων 8). Έως 1 Ιουνίου.
Λήδα Καζαντζάκη
Στο πλαίσιο της έκθεσης «Ζιζή Μακρή... από τις φυλακές Αβέρωφ (1960-1961)», τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και η Astra Galerie διοργανώνουν σήμερα, στις 8.00 μ.μ., στον χώρο της γκαλερί, συζήτηση με θέμα "Γυναίκες και φυλακή: Η εμπειρία του εγκλεισμού", με ομιλητές τους ιστορικούς Πολυμέρη Βόγλη (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) και Ιωάννα Παπαθανασίου (ΕΚΚΕ-ΑΣΚΙ).