Live τώρα    
Βιβλίο / Θολή διαχωριστική γραμμή
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλίο / Θολή διαχωριστική γραμμή

Γιάννης Νικολούδης

Σε ένα από τα γραπτά του ο Σοπενχάουερ θίγει την αβίαστη ικανότητα των ζώων να ζουν ολοκληρωτικά στο παρόν. O άνθρωπος, χαμένος σε φόβους και ελπίδες, μετεωρίζεται στο παρελθόν και στο μέλλον αδυνατώντας να βιώσει πραγματικά την παρούσα στιγμή. Αυτό ίσως να ακούγεται προφανές, αλλά δεν είναι και τόσο. Ταυτόχρονα, φαντάζει ειρωνικό: την ίδια στιγμή που ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος, είναι και τόσο ξένος - σε σχέση με τον εαυτό του, σε σχέση με τον κόσμο.

Οι ήρωες στο «Κόκκινο Φαράγγι» διασχίζουν ένα άγριο φυσικό περιβάλλον κουβαλώντας μέσα τους -είτε το γνωρίζουν, είτε όχι- αυτή τη συνθήκη· αυτήν την αίσθηση της αμηχανίας και του ανοίκειου: είναι και δεν είναι εκεί. Με κάθε τους βήμα νιώθουν ότι κάτι τους συνδέει με το περιβάλλον και ταυτόχρονα τους σπρώχνει μακριά. Και όσο αυτή η αίσθηση εντείνεται, όσο αρχίζει να μετατρέπεται σε ένα είδος δυσεξήγητης δυσφορίας, τόσο η βλάστηση και τα ζώα φαίνονται στα μάτια τους κάπως αλλόκοτα, σαν από άλλο πλανήτη∙ κάποιες φορές, μάλιστα, αποκτούν κάτι το δαιμονικό. Όλο αυτό αρχίζει να θυμίζει όνειρο - ή μάλλον εφιάλτη.

Όταν ξεκίνησε η γραφή του βιβλίου, είχα πειστεί ότι αυτός θα έπρεπε να είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο θα εξελισσόταν η ιστορία που είχα να πω και η συνθήκη που δεν έπρεπε ποτέ να ξεχάσω∙ αυτή θα ήταν η πυξίδα που θα καθοδηγούσε γλώσσα και πλοκή. Για την ιστορία που είχα να αφηγηθώ, δεν ήξερα και πολλά - μάλλον κάποια θραύσματά της γνώριζα. Λίγο πολύ ήξερα ότι είχε να κάνει με μια παρέα απροσάρμοστων εφήβων. Είχε να κάνει με μυστικά και τραύματα του παρελθόντος και όλα αυτά κατά κάποιον τρόπο (δεν είχα ιδέα γιατί) συνδέονταν με ένα παρατημένο σπίτι στη μέση μιας πυκνοφυτεμένης ερημιάς. Από απόσταση, πίσω από τα φυλλώματα, φαινόταν ένας μικρός οικισμός και ακούγονταν οι ήχοι μιας γιορτής. Οι πολιτισμένοι εκείνοι ήχοι ξαφνικά ακούγονταν άγριοι και μυστηριώδεις - σαν τους ήχους της φύσης. Ήξερα (ή έστω υποψιαζόμουν) ότι κάτι βίαιο είχε συμβεί ή ότι θα συνέβαινε, και ότι αυτή η βίαιη πράξη ήδη μόλυνε τον κόσμο των ηρώων. Αργότερα εμφανίστηκε και ένας άντρας.

Και όσο έγραφα (για την ακρίβεια, όσο έσβηνα, έγραφα, έσβηνα ξανά και ξαναέγραφα), όσο χαιρόμουν όταν η γραφή έρεε και όσο απελπιζόμουν όταν η όλη προσπάθεια έτριζε σαν κτήριο υπό κατάρρευση (κάποιες φορές ένιωθα… και τα δύο ταυτόχρονα), είδα ότι η ιστορία μου κατέληγε σε ένα φαράγγι· έναν τόπο όπου αυτή η αίσθηση του αλλότριου και του ανοίκειου θα εντεινόταν σε τέτοιον βαθμό ώστε η διαφορά μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας θα θόλωνε πολύ, υπερβολικά πολύ - ίσως πια να μην υπήρχε καμία διαφορά.

Νομίζω ότι κάποιες φορές απλά δεν υπάρχει καμία διαφορά.   

Αργότερα εμφανίστηκε και ένας άντρας*

Πλησιάζει μια αμμώδη όχθη όπου φυτρώνουν μεγάλα πλατάνια. Εκεί το νερό λιμνάζει και ο πυθμένας του είναι σκοτεινός, σπαρμένος με στρώσεις από σάπια μαυρισμένα φύλλα που λικνίζονται αργά κάτω από την επιφάνεια όπως σε ένα παρατημένο ενυδρείο. Ο άντρας είτε θα συνεχίσει μες στο ποτάμι ή θα βγει στην όχθη. Προχωρώντας, νιώθει ότι κάποιος τραβάει το τοπίο προς το μέρος του με αόρατο σχοινί: βράχια, νερό, άμμος και βλάστηση, όλα στατικά σαν σε μια ταπετσαρία· ένα οριστικά διαμορφωμένο σκηνικό που τον πλησιάζει αργά, εκατοστό το εκατοστό, μέτρο το μέτρο. Το κορμί του άντρα εξακολουθεί να τρέμει. Τα πόδια του είναι μουδιασμένα. Χωρίς να ξέρει καλά καλά τι κάνει, λες και κάποιος άλλος αποφάσισε για τον ίδιο, πιάνεται από έναν βράχο και αρχίζει να πατάει τον σωρό από τα φύλλα που σκεπάζουν τον πυθμένα. Γλιστράει και πέφτει στο νερό και στη λάσπη. Τα φύλλα κολλάνε στον κορμό και στα πόδια του. Καταφέρνει κάποτε να σταθεί όρθιος και, όσο προχωράει προς την όχθη, η λάσπη και τα φύλλα υποχωρούν στον βυθό. Η αίσθηση του άκαμπτου εδάφους κάτω από τις στρώσεις της άμμου κάνει τον άντρα να μορφάσει· νιώθει ξανά το βάρος του σώματός του και νοσταλγεί το νερό. Κόβεται η ανάσα του, πέφτει κάτω. Παλεύει να αναπνεύσει. Η προσπάθεια τον εξουθενώνει· κορδόνια χολής κυλάνε από το στόμα του· μουγκρίζει· φτύνει αίμα.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι», εκδόσεις Πατάκης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0