Συναστρία σολιστικών επιδόσεων συνόδευσε τρία σημαντικά συναυλιακά γεγονότα στη διαδρομή ενός ασφυκτικά πυκνού Δεκεμβρίου, που, για τον λόγο αυτό επιμένει να μας κρατά δέσμιους του σχολιασμού τους. Η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, το βράδυ της 5ης του μήνα, σηματοδοτήθηκε, στο δεύτερο μέρος της κυρίως, από την επιστροφή του Βρετανού Finnegan Downie Dear στο πόντιουμ.
Επικοινωνιακή προμετωπίδα, ωστόσο, της βραδιάς, που, όπως πλέον έχει καθιερωθεί, έλαβε χώραν στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αποτέλεσε η εναρκτήρια παρουσίαση του «Τριπλού» κοντσέρτου σε ντο μείζονα, για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο του Ludwig van Beethoven. Και τούτο λόγω της σύμπραξης των από μακρού διασήμων βιολονίστα Maxim Vengerov και τσελίστα Steven Isserlis με την εισέτι «φέρελπι» πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου. Η υψηλή προσδοκία μολαταύτα δεν δικαιώθηκε, αφού σε έργο, του οποίου σημαντικό διακύβευμα παραμένει η εγκαθίδρυση εσωτερικής αναλογίας στην προβολή των τριών οργάνων, αυτή δεν επετεύχθη παρά μόνον μεσούσης της διαδρομής του μεγάλου α’ μέρους, με την όντως «δυναμικότατη» Ελληνίδα να καλύπτει συχνά τους έγχορδους συνοδοιπόρους της. Παρά την ευκρινέστερης μουσικότητας δήλωση των σολίστ στο αργό μέρος, αυτό παρέμεινε στατικό, με ελάχιστα διακριτική την απάντηση των κόρνων, και το έλλειμμα ισορροπημένης διαλεκτικής επέμεινε σε πείσμα μιας ενθουσιώδους ερωταπόκρισης στο φινάλε.
Σημαντικότερος σταθμός της ενδιαφέρουσας αυτής συναυλίας υπήρξε η ανάκρουση της πατριωτικής ραψωδίας «Taras Bulba» (1921) του Leos Janacek, μια εκτέλεση που δικαίωσε τόσο τον νεαρό αρχιμουσικό, νικητή του διαγωνισμού G. Mahler (2020), όσο και τη συλλογική ταυτότητα της ΚΟΑ, σε αυξημένη εγρήγορση έναντι των απαιτήσεων της προγραμματικής παρτιτούρας, με εξαιρετική πατίνα εγχόρδων και ξύλινων, «τραγανές» παρεμβάσεις των χάλκινων στο β’ μέρος και επίζηλη όσμωση δυνάμεων για την απαιτητική κορύφωση του γ’. Τέλος, αν και η εκδήλωση ήταν παραπλεύρως αφιερωμένη στα 150 χρόνια από τη γέννηση του M. Ravel, το χορογραφικό ποίημα «La Valse», με το οποίο ολοκληρώθηκε, παρέμεινε δέσμιο συμφωνικής γενικολογίας, με έλλειμμα ρωμανικής φινέτσας και φευγαλέας ρευστότητας στη φραστική διατύπωση μιας μουσικής κατ’ εξοχήν αναθηματικού, νοσταλγικού απόηχου εσβεσμένης εποχής, που βοά για πιο ονειρικούς λικνισμούς από τον ακατέργαστο νεανικό δυναμισμό που πρυτάνευσε στην προγραμματική αυτή κατακλείδα.
Μια Παρασκευή αργότερα, με την εορταστική περίοδο επί θύραις και τη συμμετοχή σε αυτήν του επιβλητικού εκκλησιαστικού οργάνου του ΜΜΑ αναντιρρήτως πρωτεύουσα για τον πανηγυρικό χαρακτήρα σειράς εκδηλώσεων του Οργανισμού, η επαγγελία μεταφοράς μουσικού περιεχομένου «Από την Παναγία των Παρισίων στην ΚΟΑ» παρέμεινε -φευ χωρίς επίσημη αιτιολόγηση- ανεκπλήρωτη. Τη μνήμη μας στοιχειώνει ακόμη η συναυλία της 2ας Δεκεμβρίου 2016, όταν ο μετακληθείς οργανίστας και συνθέτης Thierry Escaich είχε βρεθεί εκτεθειμένος στην αιφνιδιαστική «μη διαθεσιμότητα» του εκκλησιαστικού οργάνου, το οποίο είχε προετοιμασθεί να αναδείξει. Αν και παρήλθε δεκαετία σχεδόν, δεν έχουμε λησμονήσει τον τραυματικό αντίκτυπο της αγωνίας ενός προβεβλημένου ανθρώπου της μουσικής να αντεπεξέλθει σε ένα πρόγραμμα δομημένο γύρω από τον ίδιο ως άοπλο οργανίστα... Συνεχίζεται!
