Για πολλά χρόνια η ταυτότητα του Banksy διαιωνιζόταν ως ένα από τα πιο ανθεκτικά μυστήρια της σύγχρονης τέχνης. Γύρω από αυτό το γοητευτικό αίνιγμα δημιουργήθηκαν ολόκληροι αστικοί μύθοι, όμως από τη στιγμή που απέκτησε διεθνή φήμη ο Banksy βρέθηκε αρκετές φορές κοντά στο να αποκαλυφθεί.

Πίσω στη δεκαετία του 1990, το Μπρίστολ της Αγγλίας ήταν μια πόλη με έντονη νεανική αντικουλτούρα. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο Banksy, ως καλλιτέχνης του δρόμου με έργα που συχνά είχαν πολιτικό μήνυμα, στις ίδιες γειτονιές με τον μουσικό Ρόμπερτ Ντελ Νάτζα (γνωστό και ως 3D) των Massive Attack. Η πρώτη ουσιαστική ένδειξη για την ταυτότητά του προκύπτει το 2000 στη Νέα Υόρκη, όταν κατά τη διάρκεια του Fashion Week ένας καλλιτέχνης συλλαμβάνεται καθώς προσπαθεί να παρέμβει σε μια διαφημιστική πινακίδα. Η πράξη του ταιριάζει απόλυτα με το ύφος του Banksy. Στα δικαστικά έγγραφα καταγράφεται το όνομα Ρόμπιν Κάνιγχαμ αλλά περνάει απαρατήρητο. Όμως τα αρχεία παραμένουν.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 2004, η ανωνυμία του Banksy απειλείται εκ νέου όταν ένας φωτογράφος τον απαθανατίζει στην Τζαμάικα με ακάλυπτο πρόσωπο. Οι εικόνες δημοσιεύονται στον βρετανικό Τύπο συνοδευόμενες από τίτλους που κάνουν λόγο για «αποκάλυψη». Ωστόσο, τίποτα δεν επιβεβαιώνεται και η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

Το 2008 μια νέα έρευνα από βρετανική εφημερίδα συνδέει τον Banksy με έναν άνδρα από το Μπρίστολ που ονομάζεται Ρόμπιν Κάνιγχαμ. Αν και η αποκάλυψη δεν επιβεβαιώνεται επισήμως, εδραιώνεται ως η πιο πειστική εκδοχή. Και τότε τα ίχνη του ανθρώπου παύουν να υπάρχουν. Μετά το 2008 ο Κάνιγχαμ εξαφανίζεται πλήρως από τη δημόσια ζωή. Δεν υπάρχουν εμφανείς δραστηριότητες, μετακινήσεις ή οικονομικά ίχνη που να τον συνδέουν με την καθημερινότητα. Μαρτυρίες από ανθρώπους του περιβάλλοντός του υποδηλώνουν ότι κάποια στιγμή άλλαξε το όνομά του σε Ντέιβιντ Τζόουνς. Παράλληλα, οι ενδείξεις που συνδέουν τον Banksy με τον Ρόμπερτ Ντελ Νάτζα συσσωρεύονται καθώς έργα του Banksy εμφανίζονται σε πόλεις όπου περιοδεύουν οι Massive Attack.
Ποιος χρειαζόταν την αληθινή του ταυτότητα;
Η πιο πρόσφατη απόπειρα λύσης του μυστηρίου ξεκίνησε απρόσμενα το 2022, στην εμπόλεμη ζώνη του χωριού Χορένκα έξω από το Κίεβο, όπου εμφανίστηκε ένα έργο του Banksy που απεικόνιζε μια φιγούρα μέσα σε μπανιέρα σε ένα ερειπωμένο τοπίο. Προέκυψαν ερωτήματα για το πώς έφτασε εκεί και με ποια ταυτότητα πέρασε τα σύνορα. Οι ερευνητές έκαναν τη σύνδεση με τον Κάνιγχαμ εκτιμώντας ότι ενδεχομένως δρούσε σε συνεργασία με τους Massive Attack που βρίσκονταν πράγματι στην Ουκρανία εκείνη την περίοδο. Ίσως, τελικά, η ιδιοφυΐα του Banksy δεν βρίσκεται μόνο στα έργα του αλλά και στον τρόπο που διαφύλαξε την ταυτότητά του. Γιατί σε μια εποχή που η εύκολη φήμη και η υπερέκθεση ευδοκιμούν κατάφερε κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να είναι πανταχού παρών και να συζητιέται χωρίς κανείς να γνωρίζει πώς μοιάζει.

Η ανωνυμία ως καλλιτεχνική στάση ζωής
Στον αντίποδα όσων αναζητούσαν επίμονα τα ίχνη που θα τους οδηγούσαν στην ταυτοποίηση του καλλιτέχνη, υπάρχουν πολλοί επικριτές της έρευνας που υποστηρίζουν ότι η ανωνυμία δεν αποτελεί γρίφο που πρέπει να λυθεί αλλά υπεύθυνη καλλιτεχνική επιλογή που οφείλουμε να σεβόμαστε καθώς προστατεύει τον δημιουργό και του επιτρέπει να απευθύνεται στο κοινό χωρίς το βάρος της διασημότητας. Η ιδιότυπη περίπτωση της Έλενα Φεράντε αποτελούσε ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά στον εκδοτικό χώρο. Τα βιβλία της την έκαναν παγκοσμίως γνωστή και μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες, ενώ η ίδια αρνείται τις συνεντεύξεις και τις δημόσιες εμφανίσεις επικοινωνώντας μόνο μέσω του εκδότη της. Η άρνηση της Φεράντε απλώς ενίσχυσε την περιέργεια γύρω από το πρόσωπό της. Δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, γλωσσολόγοι και ερασιτέχνες ερευνητές ανέλυσαν υφολογικά μοτίβα και εκδοτικά συμβόλαια, σε μια άτυπη εκστρατεία αποκάλυψής της. Μέχρι που το 2016 ο Ιταλός δημοσιογράφος Κλαούντιο Γκάτι ισχυρίστηκε ότι η Φεράντε ήταν στην πραγματικότητα μια μεταφράστρια με έδρα τη Ρώμη, η Ανίτα Ράγια, αφού είχε ψάξει τα φορολογικά της στοιχεία. Το δημοσίευμα προκάλεσε έντονη συζήτηση για τον βαθμό που αυτές οι έρευνες παραβιάζουν την ιδιωτική ζωή.
Υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις αποστασιοποίησης και ανωνυμίας που απέκτησαν μυθικές διαστάσεις. Ο Τόμας Πίντσον, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς, αποφεύγει εδώ και δεκαετίες να εμφανιστεί δημόσια, αφήνοντας το έργο του να κυκλοφορεί παντελώς αποκομμένο από την προσωπικότητά του. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή του και μόνο μία φωτογραφία του έχει κυκλοφορήσει τα τελευταία 60 χρόνια, η οποία τραβήχτηκε κρυφά στη Νέα Υόρκη το 1998 και τον απεικονίζει να περπατάει με τον γιο του. Στον κινηματογράφο, ο σκηνοθέτης Τέρενς Μάλικ έχει δώσει ελάχιστες συνεντεύξεις, όλες πριν το 1978 και για περισσότερα από 20 χρόνια κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ακόμη και στη μουσική το ηλεκτρονικό ντουέτο των Daft Punk υιοθέτησε μια μορφή ελεγχόμενης ανωνυμίας, καθώς τα δύο μέλη στις συναυλίες και στα βίντεο κλιπ έκρυβαν τα πρόσωπά τους με τα εμβληματικά κράνη που φορούσαν. Ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει για αποστασιοποίηση από τους θαυμαστές τους σε μια εποχή όπου η Τέχνη και το θέαμα βασίζονται κυρίως στην ελκυστική προσωπικότητα και στην αδιάλειπτη υπερέκθεση;
