Το μυθιστόρημα «Μάλινα» -το μοναδικό που ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της ζωής της η βραβευμένη ποιήτρια Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν- εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1971. Ήταν η αρχή του ημιτελούς κύκλου «Τρόποι θανάτου» (Todesarten), μία τριλογία που δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει λόγω του θανάτου της από πυρκαγιά στο διαμέρισμά της στη Ρώμη. Η ποιήτρια μεγάλωσε στη σκιά του ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπειρία που σημάδεψε βαθιά το έργο της. Εκτός από ποίηση, έγραψε διηγήματα, ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέτα όπερας, δοκίμια και κριτικά κείμενα.
Το «Μάλινα» είναι ένα έργο ριζοσπαστικής σύλληψης και ενορχήστρωσης. Η ιστορία διαδραματίζεται στη Βιέννη: σε έναν δρόμο, δύο διαμερίσματα, ανάμεσα σε τρία πρόσωπα. Μία γυναίκα συγγραφέα και δύο άνδρες, τον Ίβαν και τον Μάλινα. Η αφηγήτρια περνά μεγάλα διαστήματα σε συνθήκη αναμονής και εσωτερικής αποδόμησης: καπνίζει, γράφει γράμματα, ξαγρυπνά, περιμένει το τηλέφωνο να χτυπήσει. Εμβαθύνει στα τραύματα της παιδικής της ηλικίας και βυθίζεται σε μια σειρά σκέψεων και ονειρικών συνειρμών. Σχεδιάζει να γράψει ένα «λαμπρό βιβλίο», ένα βιβλίο που θα κάνει τους ανθρώπους να «πηδούν από χαρά». Ένας τρίτος άνδρας, η μορφή του πατέρα, εμφανίζεται μέσα από το βίωμα ενός ονείρου ως αρχετυπικό σύμβολο εξουσίας. Η αφήγηση περιλαμβάνει διαλόγους, συνεντεύξεις, ένα εμβόλιμο παραμύθι για την ιστορία μιας πριγκίπισσας, αποσπάσματα από τα γραπτά της αφηγήτριας και επιστολές που υπογράφει ως «μια άγνωστη γυναίκα» και στη συνέχεια καταστρέφει.
Ο λόγος της πατριαρχίας
Το «Μάλινα» είναι ένα έργο γραμμένο από μία γυναίκα δημιουργό και δεν έτυχε θερμής υποδοχής από το ανδροκρατούμενο λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του. Η τύχη του πρώτου μεγάλου μυθιστορήματος αυτής της σπουδαίας ποιήτριας ήταν προδιαγεγραμμένη: απαξιώθηκε ουσιαστικά ως αυτοαναφορικό έργο, ως «ψυχόγραμμα κάποιας βαριάς πάθησης». Η απαξίωση αυτή αποτελούσε έκδηλο σύμπτωμα της πατριαρχίας, η οποία αδυνατούσε να συλλάβει και να κατανοήσει τη γλώσσα του. Για το «Μάλινα», η συγγραφέας είπε σε συνέντευξή της: «Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς τρόπους θανάτου. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου βλέπει τη ζωή της να κυλάει εντός και κάτω από την κυριαρχία της ανδρικής αφήγησης. Και η συγγραφέας, με τον αποσπασματικό και αντισυμβατικό λόγο της, ξεπερνάει τις ανεπάρκειες μιας γλώσσας που κρύβει μέσα της ένα σύστημα ελέγχου. Το «Μάλινα», ωστόσο, υπερβαίνει ως δημιούργημα τα στενά προσωπικά βιώματα της δημιουργού του. Διαβάζεται ως υπαρξιακό πορτρέτο, ως φεμινιστικό έργο, ως παράδοξη καταγραφή της γυναικείας υποκειμενικότητας και συνείδησης, αλλά και ως αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος στη μεταπολεμική Ευρώπη.
* Ο Σταύρος Καραγιώργης είναι επιμελητής έκδοσης

«Πρέπει ν’ αφηγηθώ»*
Εμένα τότε μου φαίνεται ότι η ηρεμία του απ’ αυτό απορρέει, επειδή εγώ είμαι ένα πάρα πολύ ασήμαντο και γνωστό Εγώ για ’κείνον, λες και με απέκκρινε, ένα απόβλητο, μια περισσευούμενη ανθρωποποίηση, λες κι εγώ φτιάχτηκα απλώς απ’ το πλευρό του και του είμαι ανέκαθεν περιττή, αλλά και μια αναπόφευκτη σκοτεινή ιστορία, που συνοδεύει τη δική του την ιστορία, θέλει να τη συμπληρώσει, που όμως εκείνος την απομονώνει και τη χωρίζει απ’ τη δική του την καθαρή ιστορία. Γι’ αυτό επίσης μόνο εγώ έχω να ξεκαθαρίσω κάτι μαζί του και προ πάντων εγώ η ίδια πρέπει και μπορώ να ξεκαθαρίσω τη θέση μου μόνο ενώπιόν του. Εκείνος δεν έχει τίποτα να ξεκαθαρίσει, όχι, εκείνος όχι. Τακτοποιώ το χολ, θέλω να είμαι κοντά στην πόρτα, γιατί θα ’ρθει όπου να ’ναι ’κείνος, το κλειδί ακούγεται στην πόρτα, εγώ κάνω ένα δυο βήματα πίσω, για να μην πέσει πάνω μου, εκείνος κλειδώνει και λέμε συγχρόνως κι ευγενικά: καλησπέρα. Κι ενώ περπατάμε στον διάδρομο, λέω εγώ ακόμα κάτι:
Πρέπει ν’ αφηγηθώ. Θ’ αφηγηθώ. Δεν υπάρχει τίποτα πια στη μνήμη μου που να με ταράζει.
Ναι, λέει ο Μάλινα, χωρίς καμία έκπληξη. Εγώ μπαίνω στο καθιστικό, εκείνος προχωράει, προς τα πίσω, γιατί το τελευταίο δωμάτιο είναι το δικό του δωμάτιο.
Πρέπει να το κάνω και θα το κάνω, επαναλαμβάνω δυνατά μόνη μου, γιατί όταν ο Μάλινα δεν ρωτάει και δεν ζητάει να μάθει τίποτα παραπάνω, τότε είναι σωστό. Μπορώ να ’μαι ήσυχη.
Αν μνήμη μου όμως σήμαινε απλώς τις συνηθισμένες μνήμες, τα περασμένα, τα βιωμένα, τα εγκαταλειμμένα, τότε απέχω πολύ ακόμα, πάρα πολύ από την αποσιωπημένη μνήμη, στην οποία τίποτα δεν μπορεί πια να με ταράζει.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Μάλινα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
