Ο μεταπολεμικός μηχανισμός κοινωνικής προπαγάνδας όπως είχε διαμορφωθεί μετά το τραύμα του Βιετνάμ αναβίωσε με τον Πόλεμο του Κόλπου, παρόλο που ο καθρέφτης τής -ταυτισμένης με τις ιδέες της προόδου και της ειρήνης- δυτικής δημοκρατικής κοινωνίας είχε ραγίσει με τρόπο ιστορικά σχεδόν αναπόφευκτο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λοιπόν, μέσα στην αναδυόμενη ψηφιακή εποχή και την επέκταση της τηλεοπτικής κουλτούρας, το μεγάλο τηλεοπτικό γεγονός δεν ήταν απλώς η μετάδοση της πραγματικότητας αλλά η κατασκευή μιας συγκεκριμένης εκδοχής της. Η προπαγάνδα και τα ΜΜΕ λειτούργησαν σχεδόν ως συγκοινωνούντα δοχεία και η εικόνα ενός τεχνολογικά άψογου και προεξοφλημένα νικηφόρου πολέμου μεταδόθηκε ως θέαμα, δημιουργώντας μια νέα μορφή θεαματοποίησης της σύγκρουσης. Έτσι, η δύναμη της πολεμικής και κατασκοπικής μυθοπλασίας έθρεψε εκ νέου την πεποίθηση ότι μια υπερδύναμη μπορεί όχι μόνο να διαχειρίζεται την πραγματικότητα, αλλά και να τη διαμορφώνει κατά βούληση. Στο πλαίσιο ενός νέου ψυχαγωγικού ιμπεριαλισμού, η βιομηχανία του θεάματος ήταν και είναι ένα εύχρηστο ιδεολογικό εργαλείο.
Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 δεν άλλαξε μόνο τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Σηματοδότησε και μια καμπή στον τρόπο με τον οποίο ο δυτικός πολιτισμός αφηγείται τον πόλεμο. Από εκείνη τη στιγμή η περιοχή μετατρέπεται σε σταθερό σκηνικό της σύγχρονης οπτικοακουστικής μυθοπλασίας: κινηματογράφος δράσης, κατασκοπικά θρίλερ και τηλεοπτικές σειρές διαμορφώνουν μια ολόκληρη πολιτισμική εικόνα για τις συγκρούσεις στην περιοχή. Ο πόλεμος γίνεται σκηνικό δράσης, ένα περιβάλλον όπου η ένταση και το θέαμα υπερισχύουν της γεωπολιτικής πολυπλοκότητας.
Αυτές οι επιλογές σταδιακά επεκτείνονται και στην τηλεόραση, όπου η Μέση Ανατολή παρουσιάζεται συχνά ως ένας χώρος μόνιμης κρίσης, με πράκτορες, στρατιωτικές μονάδες και μυστικές υπηρεσίες να προσπαθούν να αποτρέψουν επιθέσεις, να εξουδετερώσουν τρομοκρατικά δίκτυα ή να αποσταθεροποιήσουν καθεστώτα.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ενίσχυσαν καθοριστικά αυτή τη μετατόπιση. Η συνεχής αναπαραγωγή των εικόνων της πρόσκρουσης στους Δίδυμους Πύργους λειτούργησε ως μηχανισμός ενεργοποίησης του συλλογικού φόβου. Το μήνυμα ήταν σαφές: κανείς δεν είναι πραγματικά ασφαλής από την τρομοκρατία. Η κινηματογραφική βιομηχανία αξιοποίησε αυτό το συναίσθημα φόβου, συμβάλλοντας συχνά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας που νομιμοποιούσε νέες στρατιωτικές επεμβάσεις στο όνομα της ασφάλειας. Η δυσκολία αιτιολόγησης των πολεμικών επιχειρήσεων -κυρίως λόγω ύπαρξης όπλων μαζικής καταστροφής ή ενός τυράννου- δημιουργούσε την ανάγκη καλλιέργειας ενός αισθήματος συναίνεσης υπέρ των αιματοβαμμένων επιθέσεων.
Οι νέες μυθολογίες της ποπ κουλτούρας
Μετά το 2001 οι σειρές και οι ταινίες αναπαράγουν έναν κόσμο όπου η απειλή είναι διάχυτη και συχνά αόρατη. Ο ήρωας είναι συνήθως ένας πράκτορας ή στρατιώτης που καλείται να αποτρέψει μια επικείμενη καταστροφή, ενώ ο εχθρός εμφανίζεται ως μέρος ενός ευρύτερου σκιώδους δικτύου. Την περίοδο των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ η μυθοπλασία υιοθετεί ένα σταθερό σύνολο χαρακτήρων και καταστάσεων: μυστικές επιχειρήσεις, καταδιώξεις σε ερήμους ή αστικές περιοχές της Μέσης Ανατολής, διπλωματικά παιχνίδια και απειλές. Σταδιακά δημιουργείται ένα γνώριμο πολιτισμικό τοπίο, όπου η περιοχή λειτουργεί ως μόνιμο σημείο σύγκρουσης για να υποδεχτεί τη μεσσιανική παρουσία του Δυτικού ήρωα.
Αυτά δεν σημαίνουν ότι ο κινηματογράφος ή η τηλεόραση λειτουργούν απλώς ως όργανα προπαγάνδας. Ωστόσο, η σκιαγράφηση συγκεκριμένων μοτίβων δημιουργεί ένα ισχυρό πλαίσιο κατανόησης του συγκεκριμένου κόσμου. Οι ιστορίες που επανέρχονται ξανά και ξανά -ο μοναχικός πράκτορας, η επικείμενη επίθεση, η επέμβαση που αποκαθιστά την ισορροπία- συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής αφήγησης όπου η πολεμική επέμβαση είναι αναγκαιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη ένταση με το Ιράν μοιάζει ήδη οικεία, ακόμη και πριν αποκτήσει σαφή ιστορική μορφή. Η σύγκρουση εντάσσεται εύκολα στο αφηγηματικό σύμπαν που έχουν διαμορφώσει ο κινηματογράφος και η τηλεοπτική μυθοπλασία τις τελευταίες δεκαετίες. Σε μια εποχή όπου η μυθοπλασία συχνά προηγείται της πραγματικότητας, η επόμενη σύγκρουση μπορεί να μοιάζει γνώριμη πολύ πριν αρχίσει.
