«Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» είπε η Κάθριν. «Έλα, πέρνα μέσα».
Το αγόρι πέρασε μέσα κι έβγαλε το παλτό του.
«Καιρό έχω να σε δω», του είπε η Κάθριν.
«Από χθες», απάντησε το αγόρι.
Από τις πρώτες γραμμές της ιστορίας γίνεται ξεκάθαρο ότι το βιβλίο αγγίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα, αυτό της άνοιας. Απευθύνεται σε παιδιά 5+ ετών, ενώ λειτουργεί ως εργαλείο για όποιον θέλει να μιλήσει για την απώλεια μνήμης χωρίς να τρομάξει τα παιδιά, δίνοντας έμφαση στη δύναμη της αγάπης που υπερβαίνει τη λήθη.
Ο τρόπος με τον οποίο στο κείμενο αποδίδονται όλες οι συμπεριφορές που σχετίζονται με την έκπτωση γνωστικών λειτουργιών είναι επιστημονικά συνεπής, χωρίς να κουράζει ή να τρομάζει το παιδί. Οι πληροφορίες δίνονται έμμεσα, με τα συνοδά χαρακτηριστικά της άνοιας να παρουσιάζονται με ρεαλισμό μεν, αλλά με μια ιδιαίτερη τρυφερότητα. Με ιστορικό άνοιας στην οικογένειά της η συγγραφέας αγγίζει πειστικά το θέμα, χωρίς να εκπίπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς.
Δύο τα πρόσωπα της ιστορίας, η γιαγιά Κάθριν και ο Τζορτζ. Η γιαγιά, παρά την άνοια, παραμένει γιαγιά - πρόθυμη να εμπλακεί στα παιχνίδια του εγγονού. Και ο Τζορτζ στέκει δίπλα της όχι ως πρόσωπο-φροντιστής αλλά ως παιδί που η αυξημένη ενσυναίσθηση της παιδικής του ηλικίας τού επιτρέπει να γίνει συνοδοιπόρος σε αυτό το δύσκολο ταξίδι της γιαγιάς.
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα
Η «δράση» της ιστορίας κρατά λίγες ώρες, κατά τη διάρκεια ενός φθινοπωρινού απογεύματος. Η συνθήκη αυτή λειτουργεί ως σαφής συνυποδήλωση της δύσης και της φθοράς που συνοδεύουν τη νόσο.
Ο μικρός αναγνώστης έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να «γνωρίσει» τη συμπεριφορά ενός ανοϊκού ατόμου αλλά και να αφουγκραστεί τα συναισθήματα που αυτό βιώνει. Την αναστάτωση που νιώθει όταν αδυνατεί να κουμπώσει το παλτό της, το άγχος που την κάνει να φωνάζει «Βοήθεια! Βοήθεια! Πού είμαι;» καθώς δεν αναγνωρίζει τον χώρο, τη λύπη όταν αναρωτιέται «πώς μπόρεσα να ξεχάσω το όνομα του εγγονιού μου;».
Η εξοικείωση των παιδιών με τέτοια δύσκολα θέματα τα θωρακίζει απέναντι στην άγνοια και στον φόβο. Όταν βλέπουν τον παππού ή τη γιαγιά να μπερδεύει τα λόγια του, να ξεχνά πού βρίσκεται ή να μην τα αναγνωρίζει, τα παιδιά χρειάζεται να ξέρουν την αλήθεια για να απαλλαγούν και από τις ενοχές ή την απογοήτευση που συχνά νιώθουν πιστεύοντας πως δεν τα αγαπούν πια. Το βιβλίο δίνει αφορμές να εξηγήσουμε πως τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουν προσωπικά κίνητρα αλλά είναι αποτέλεσμα της νόσου. Επιπλέον, η γνώση βοηθά το παιδί να καταλάβει τι συμβαίνει και να βρει νέους τρόπους επικοινωνίας, επιτρέποντας τη διατήρηση της οικογενειακής σύνδεσης. Αντιλαμβάνεται, επίσης, ότι η φθορά αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης. Και, κυρίως, «εκπαιδεύεται» στην ευαισθησία και στη φροντίδα, καθώς μαθαίνει πως αυτοί που -κάποτε- το φρόντισαν, τώρα έχουν ανάγκη τη δική του φροντίδα.

Η αγάπη «γεμίζει» τα κενά της μνήμης
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το μήνυμα πως «ακόμα κι όταν το μυαλό ξεχνά, η καρδιά πάντα θυμάται». Έτσι, πέρα από τη συναισθηματική καλλιέργεια, το παιδί παίρνει και ένα μήνυμα ασφάλειας καθώς κατανοεί πως οι δεσμοί με τα αγαπημένα πρόσωπα παραμένουν ισχυροί ακόμα κι όταν οι συνθήκες αλλάζουν. Η απώλεια έχει πολλά πρόσωπα και είναι σημαντικό για ένα παιδί να γνωρίζει πως οι άνθρωποι που αγαπάμε ακόμα κι όταν φεύγουν -κυριολεκτικά και μεταφορικά- αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα μέσα μας.
Η εικονογράφηση της Raquel Catalina είναι εξίσου τρυφερή και καθησυχαστική. Κυριαρχούν τα γήινα φθινοπωρινά χρώματα, ως υπενθύμιση της φθοράς, ενώ κάποιες μαύρες πινελιές αντανακλούν το σκοτείνιασμα της μνήμης της γιαγιάς. Άλλοτε σε ολόκληρο το σαλόνι και άλλοτε σε μικρότερα καρέ, άλλοτε στους εσωτερικούς και άλλοτε στους εξωτερικούς χώρους, αυτό που μεταφέρει είναι η συναισθηματική ατμόσφαιρα και η σχέση γιαγιάς-εγγονού. Καταφέρνει να αποδώσει τον κόσμο της άνοιας με τρόπο μοναδικό, καθώς εγγράφει στο βλέμμα της γιαγιάς τα σημάδια της νόσου. Ωστόσο, η αρραγής σχέση των δυο τους αποδίδεται μέσα από τρυφερές ματιές, αγκαλιές, καθιστώντας τον δεσμό τους ορατό ακόμα και χωρίς τις λέξεις. Έναν δεσμό που χάρη στο κοινού χρώματος -μπλε- παλτό έρχεται να υπενθυμίσει ότι ακόμα κι αν το «χθες» έχει ξεθωριάσει, ακόμα κι αν η μνήμη έχει ασθενήσει, αυτά που ενώνουν είναι πολύ περισσότερα. Η οπτική αφήγηση έρχεται να επαναβεβαιώσει πως η αγάπη μπορεί και «γεμίζει» τα κενά της μνήμης.
Η μετάφραση της Ράνιας Μπουμπουρή καταφέρνει να αποδώσει τη συναισθηματική ένταση του κειμένου με λόγο ρεαλιστικό, τρυφερό αλλά όχι μελοδραματικό, τηρώντας τον βασικό κανόνα των εικονοβιβλίων: η κάθε λέξη που γράφεις να έχει πυκνότητα, καθώς υπάρχουν μόνο 12 σαλόνια για να αφηγηθείς μια ιστορία.
Info:
«Θυμάμαι»
Συγγραφέας: Τζιν Γουίλις
Μετάφραση: Ράνια Μπουμπουρή
Εικονογράφηση: Ρακιέλ Καταλίνα
Εκδόσεις Susaeta
Ηλικία: από 5 ετών
Τιμή: 12,90 ευρώ
