Η τελετή των φετινών βρετανικών βραβείων κινηματογράφου BAFTA πήρε από νωρίς μια απρόβλεπτη τροπή που επισκίασε όσα ακολούθησαν: το σύνδρομο Τουρέτ βρέθηκε στο επίκεντρο όχι ως κινηματογραφικό θέμα μιας υποψήφιας ταινίας αλλά ως αμήχανη πραγματικότητα σε ζωντανή σύνδεση. Από τα πρώτα λεπτά της βραδιάς ακούστηκαν βρισιές στην αίθουσα. Φράσεις όπως «βγάλε τον σκασμό», «fuck you» και μια βαριά ρατσιστική προσβολή ακριβώς τη στιγμή που οι Ντελρόι Λίντο και Μάικλ Μπ. Τζόρνταν ανέβηκαν στη σκηνή πάγωσαν το κοινό. Οι φωνές προέρχονταν από τον Τζον Ντέιβιντσον, τον άνθρωπο που πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, πάνω στον οποίο βασίζεται το βιογραφικό δράμα «I Swear».
Ο Ντέιβιντσον εκτοξεύει ακούσια λεκτικά τικ που δεν μπορεί να ελέγξει και που δεν έχουν καμία σχέση με τις ενδόμυχες σκέψεις του, όπως πολλοί θιγόμενοι έσπευσαν απερίσκεπτα να δηλώσουν, όπως ο ηθοποιός Τζέιμι Φοξ που έφτασε σε σημείο να αμφισβητήσει ότι τα τικ είναι μεν ανεξέλεγκτα, αλλά ο Ντέιβιντσον τα εννοούσε. Φυσικά, πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που μπορεί να προκαλεί ακούσιες φωνητικές εκφράσεις, ακόμη και ακραίους χαρακτηρισμούς. Και όπως επισήμανε ο φιλανθρωπικός οργανισμός Tourettes Action, αυτή η κοινωνική παρεξήγηση δεν πρέπει να οδηγεί σε απομόνωση και στιγματισμό.
Όταν η υποκρισία δεν «κόβεται» στο μοντάζ
Οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα είχαν ενημερωθεί από την έναρξη της τελετής. Ωστόσο, η παραγωγή του BBC διαχειρίστηκε καταστροφικά το θέμα. Ο παρουσιαστής Άλαν Κάμινγκ παρενέβη δύο φορές εξηγώντας ότι «η έντονη γλώσσα» μπορεί να αποτελεί εκδήλωση του συνδρόμου, ενώ είπε «ζητούμε συγγνώμη αν προσβληθήκατε απόψε». Η διατύπωση αυτή, όμως, άναψε νέες φωτιές, καθώς θεωρήθηκε από ορισμένους υπεκφυγή. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξέσπασε θύελλα. Η σκηνογράφος των «Αμαρτωλών» Χάνα Μπίτσλερ δήλωσε ότι μία από τις ρατσιστικές εκφράσεις απευθυνόταν στην ίδια, ενώ έκανε λόγο για μια πρόχειρη απολογία που μεταθέτει την ευθύνη.
Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα, ο Ρόμπερτ Αραμάγιο κέρδισε το BAFTA Α´ Ανδρικού Ρόλου για το «I Swear», αφήνοντας εκτός φαβορί όπως ο Τίμοθι Σαλαμέ και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ήδη τιμηθεί ως ανερχόμενος σταρ, μιλώντας με θαυμασμό για τον «ευθύ και γενναίο» Ντέιβιντσον.
Η Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου σε δήλωσή της ανέφερε: «Κατά τη διάρκεια της τελετής ο Τζον επέλεξε να αποχωρήσει. Θέλουμε να τον ευχαριστήσουμε για την αξιοπρέπεια και την ευαισθησία του προς τους άλλους, σε μια βραδιά που θα έπρεπε να είναι γιορτή για τον ίδιο. Αναλαμβάνουμε πλήρως την ευθύνη για το ότι φέραμε τους καλεσμένους μας σε δύσκολη θέση. Θα διδαχθούμε από αυτό το περιστατικό και θα διατηρήσουμε την ένταξη στο επίκεντρο όλων όσων κάνουμε, διατηρώντας την πίστη μας στο σινεμά ως κρίσιμο μέσο για την κατανόηση και την ενσυναίσθηση».
Ο Ντέιβιντσον δήλωσε βαθιά συντετριμμένος στην ιδέα ότι τα τικ του θεωρήθηκαν εσκεμμένα, υπογραμμίζοντας ότι οι λέξεις που ξεστόμισε δεν αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα ή τις αξίες του. Στη δήλωσή του ανέφερε: «Με συγκίνησαν τα χειροκροτήματα και ένιωσα ότι με καλωσόρισαν σε ένα περιβάλλον που κανονικά θα ήταν αδύνατο για μένα να βρεθώ. Έδωσα το “παρών” για να στηρίξω μια ταινία για τη ζωή μου, η οποία εξηγεί τις ρίζες, τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τις εκδηλώσεις του συνδρόμου Τουρέτ. Έχω αφιερώσει τη ζωή μου στη στήριξη και ενδυνάμωση της κοινότητας των ανθρώπων με Τουρέτ και θα συνεχίσω να το κάνω. Επέλεξα όμως να αποχωρήσω νωρίς από την τελετή, καθώς ένιωσα τη δυσφορία που προκάλεσαν τα τικ μου».
Αν κάτι έμεινε από τα φετινά BAFTA, δεν ήταν τα βραβεία, αλλά η υποκρισία της βιομηχανίας του θεάματος που δεν καταφέρνει να διαχειριστεί την αναπηρία ενός τιμώμενου ανθρώπου, όταν μάλιστα πολλοί σκηνοθέτες, ακριβοπληρωμένοι δημιουργοί και αστέρες της οθόνης, με τόση αυτάρεσκη ματαιοδοξία ευαγγελίζονται τις αξίες της ορατότητας και με κάθε ευκαιρία επιδίδονται σε κηρυγματολογία για την αξία της συμπερίληψης.
