Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ ***
Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλης Μουρίκης, Τάσος Νούσιας
Η δεκαοχτάχρονη Δάφνη είναι μια αθλήτρια τζούντο που αφήνει πίσω της την Ικαρία για να μετακομίσει στην Αθήνα, ακολουθώντας τον ολιγόλογο προπονητή της Γιούρι, προκειμένου να ξεκινήσουν την προετοιμασία της για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου, μετά το χειροποίητο και γκρίζο νεορεαλιστικό δράμα «Tungsten» και την ολίγον αμήχανη βόλτα στα weird wave μονοπάτια τού «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό», όπου ο φορμαλιστής σκηνοθέτης επιχειρεί κάτι που στην εγχώρια παραγωγή μοιάζει πια ανήκουστο: μια ταινία «είδους» και συγκεκριμένα ένα αθλητικό δράμα. Η ενηλικίωση της Πάττυ συμβαίνει έξω από το ρινγκ, και τον ψυχισμό της ταλανίζει τόσο ο ανταγωνισμός των συναθλητριών όσο και οι προκλήσεις της νέας ζωής, με την ερωτική έλξη για μια πρώην πρωταθλήτρια να είναι το καύσιμο για μια πορεία που θα ακολουθήσει τεθλασμένη συναισθηματική γραμμή.
Τη δραματουργική ζυγαριά αυτού του κοινωνικού δράματος βαραίνουν περισσότερο οι έμφυλες ταυτότητες από ό,τι οι ατομικές υπερβάσεις και η κάθε είδους αυταπάρνηση για το όνειρο της μεγάλης διάκρισης. Το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι η επείγουσα φύση της εφηβικής σεξουαλικής αναζήτησης που μάχεται την πειθαρχία της ζωής του πρωταθλητισμού. Σε μεγάλη φόρμα ο Βαγγέλης Μουρίκης που ερμηνεύει με αθόρυβη στιβαρότητα τον μέντορα με το αινιγματικό παρελθόν που τον στοιχειώνει.
Βέβαια, η ανάπτυξη της σύνδεσης των δύο κοριτσιών αντλεί έμπνευση από τις λιγότερο ενδιαφέρουσες συμβάσεις της ιδεολογίας του αμερικανικού mainstream κινηματογράφου, και οι κρυμμένοι σκελετοί στη ντουλάπα θα ήταν πιο καθοριστικοί αν τα ντουλαπόφυλλα δεν ήταν διαφανή από την αρχή της ταινίας. Το στοιχείο όμως του απόλυτου αουτσάιντερ που νικά κάθε εμπόδιο λειτουργεί ως βασικό δέλεαρ και ως αναγκαίο εμψυχωτικό μήνυμα.
Λίγα πράγματα υπονομεύουν τη συναισθηματική συνοχή της κύριας ιστορίας, σε άλλη μία ταινία όπου ο μύθος των πολεμικών τεχνών μεταφέρεται ως η ύστατη δοκιμασία ενός χαρακτήρα της εργατικής τάξης.

Μπιτσκόμπερ ***1/2
Σκηνοθεσία: Αριστοτέλης Μαραγκός
Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Πασσαλής, Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης, Σωτήρης Μπέλσης
Ο Ηλίας, ένας παροπλισμένος ναυτικός, ένας άνθρωπος που η θάλασσα τον ξέβρασε πριν προλάβει να γεράσει, σκάβει την άμμο όχι για να βρει χρυσάφι, αλλά για να ανασύρει το θαμμένο του παρελθόν. Η ανακάλυψη γίνεται κάλεσμα επιστροφής· όχι στο χωριό, αλλά στον πυρήνα μιας ταυτότητας που χρόνια τώρα έπλεε ακυβέρνητη. Η πράξη του δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά είναι σχεδόν τελετουργική, σαν να υπακούει σε μια πανάρχαια προσταγή επιστροφής στις ρίζες. Ο αποθαλασσωμένος ήρωας θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη σκιά του πατέρα του, η οποία είναι πιο βαριά κι από άγκυρα, και θα συμφιλιωθεί με τις ματαιώσεις του προτού αφήσει την ψυχή του να ξεβραστεί σε οποιοδήποτε λιμάνι τον αντέξει.
Ο Αριστοτέλης Μαραγκός αναμοχλεύει τα πύρινα γραπτά του Νίκου Καββαδία και σκηνοθετεί ένα χειροποίητο κομψοτέχνημα όπου η σκουριασμένη αίσθηση των ανοιχτών κάδρων και η αρμύρα, που σχεδόν ποτίζει τη φωτογραφία, μας συστήνουν σε ένα σύμπαν όπου η ποίηση εμπνέεται από παλιοσίδερα, οι λογοτεχνικοί μύθοι έχουν μυρίσει το χνώτο του καφενείου και η ιμπρεσιονιστική αφήγηση ψιθυρίζει άπεπτες αλήθειες που καμία βαθιά θάλασσα δεν μπορεί να πνίξει. Ο σκηνοθετικός φακός δεν αφηγείται απλώς τον αγώνα μιας ιδιωτικής εκσκαφής, αλλά σκαλίζει κι αυτός με τον τρόπο του τους ήρωες. Και με σκουριασμένη πυξίδα εισχωρεί σε ένα πυκνό σύμπαν, όπου τα παλιοσίδερα εμπνέουν ποίηση και τα καφενεία ανασαίνουν μύθους. Αυτό το γοητευτικά ημίτρελο και παθιασμένο, αρσενικό ψυχογράφημα βρίσκει τον τρόπο να γίνει οικουμενικό, μέσω μιας σκηνοθεσίας που δεν παρατηρεί ή καταγράφει απλώς τους ήρωες της ιστορίας, αλλά μεθάει μαζί τους, μιλάει τα «καπετανιλίκια» τους και ξοδεύεται παρέα τους μέσα στους τεντωμένους χρόνους της επαρχίας, εκεί όπου οι ώρες τεντώνονται σαν σκοινί έτοιμο να κοπεί. Και στο κέντρο όλων, η αλάνθαστη ερμηνεία του Χρήστου Πασσαλή που συσσωρεύει σιωπές μέχρι να τις μετατρέψει σε μια σωματική έκρηξη στο φινάλε, το οποίο μοιάζει με κύμα που καθυστέρησε, αλλά τελικά έσκασε με όλη του τη δύναμη.

Το Μεγαλείο (La Grazia) **1/2
Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο
Πρωταγωνιστούν: Τόνι Σερβίλο, Άνα Φερζέτι, Μάσιμο Βεντουριέλο
Ο ακούραστος Πάολο Σορεντίνο κάνει ταινίες για να μην μας αφήσει να ξεχάσουμε ότι είναι βιρτουόζος δημιουργός με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία. Ο ίδιος όμως έχει ερωτευτεί το σινεμά του περισσότερο απ’ όλους και θεωρεί τα έργα του ότι είναι μεγαλειώδη.
Η τελευταία ταινία του μοιάζει με εσκεμμένη άσκηση αυτοσυγκράτησης, όπου το ζητούμενο δεν είναι η αποκήρυξη του ύφους του, αλλά η πειθαρχία. Ο Τόνι Σερβίλο, ο οποίος ταυτίστηκε με τη διεθνή επιτυχία του Σορεντίνο, έπειτα από τις ερμηνείες του στο «Il Divo» και στην «Τέλεια ομορφιά», ενσαρκώνει έναν Ιταλό πρόεδρο στο τέλος της θητείας του, όταν καλείται να αντιμετωπίσει δύο αιτήματα χάριτος σε δολοφόνους και να θεσπίσει έναν νόμο για την ευθανασία. Η πολιτική ευθύνη διαπλέκεται με το πένθος για τη νεκρή σύζυγο και με την υποψία μιας παλιάς προδοσίας. Η άσκηση εξουσίας μετατρέπεται σε διαρκή αναβλητικότητα και η αμφιβολία γίνεται ο μόνος έντιμος τρόπος άσκησης πολιτικής.
