Live τώρα    
Sister / Η μουσική μας είναι ταυτόχρονα καθόλου και εντελώς post rock
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Sister / Η μουσική μας είναι ταυτόχρονα καθόλου και εντελώς post rock

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Οι Sister είναι ένα τρίο που σχηματίστηκε στην Αθήνα και κυκλοφόρησε το πρώτο album του «Untrue» το 2018, το οποίο ακολούθησε πριν από λίγες ημέρες το «Blood». Η οργανική μουσική τους αξιοποιεί το αρχετυπικό rock σχήμα κιθάρα-μπάσο-ντραμς με έναν πολύ ευρηματικό και σαγηνευτικό τρόπο δίνοντας έμφαση στην αίσθηση του χώρου και μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου με μια υποφώσκουσα ένταση κάτω από την επιφανειακή στατικότητα. Κάποιο «μυστήριο» που φαίνεται να υπάρχει γύρω τους δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε εκκεντρικότητα αλλά στο ότι θέλουν να θέσουν στο επίκεντρο μόνο τη μουσική τους και όχι τους εαυτούς τους ως δημιουργούς της.

Χρησιμοποιείτε το όνομά σας με την κυριολεκτική έννοιά του ή όχι;

Όταν σχηματίζεται ένα συγκρότημα, πρέπει απαραίτητα να επιλέξει και ένα όνομα. Το Sister επιλέχθηκε επειδή μας αρέσει ο τρόπος που το απευθύνουν οι γυναίκες ως προσφώνηση μεταξύ τους. Είναι μια λέξη που βγάζει μόνο ζεστά και θετικά συναισθήματα, ενώ επιπλέον είναι σύντομο, σχετικά εύηχο και ευκολομνημόνευτο. Για την κυριολεκτική ή μη έννοιά του δεν μπορούμε να απαντήσουμε. Άλλωστε, ποια είναι η μεταφορική έννοια της λέξης «αδελφή»;

Και γιατί είναι διαγραμμένο;

Ίσως επειδή κανένα από τα τρία μέλη δεν είχε τη χαρά να μοιραστεί την παιδική του ηλικία με μια αδελφούλα.

Γιατί ο τίτλος «Blood», όταν μάλιστα δεν είναι κανενός από τα κομμάτια;

Πολλοί δίσκοι φέρουν τίτλο ο οποίος δεν προκύπτει από κάποιο από τα κομμάτια που τον απαρτίζουν. Είναι μια άτυπη «τελετουργία» του rock ‘n’ roll, που υποθέτουμε ότι μας αρέσει χωρίς να μπορούμε να απαντήσουμε γιατί. Ίσως επειδή δημιουργεί μια άλυτη απορία που προκαλεί κάποια νευρικότητα, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε ερωτήσεις όπως η δική σου για να καταλήξει να γίνεται πιο ανεπίλυτη καθώς δεν ικανοποιείται με μία επαρκή απάντηση. Πρόκειται για μια λέξη απλή (μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα μοτίβο εδώ), άμεση, θεμελιώδη και με ιδιαίτερη πυγμή/δύναμη. Ίσως και να σχετίζεται με το ότι φτύσαμε αίμα για να τελειώσει και να μπορούμε σήμερα να λέμε ότι δεν θρηνήσαμε κάποιο θύμα, ενός από εμάς.

Το ότι δεν αποκαλύπτετε τα ονόματά σας είναι άποψη ή απλώς ιδιοτροπία σας;

Κανένα από τα δύο. Δεν υπάρχει λόγος να αναφέρουμε τα ονόματά μας. Αναφέρουμε εκείνα των συνεργατών μας από σεβασμό προς εκείνους και για τη συνεισφορά τους, και πρωτίστως επειδή πρόκειται για επαγγελματίες στον χώρο της μουσικής και της γραφιστικής. Όμως γιατί κάποιος πρέπει να γνωρίζει τα ονόματά μας, το όνομα της μπάντας δεν αρκεί;

Οκτώ χρόνια ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο album δεν είναι πολλά;

Αν κάποιος μας περίμενε, μάλλον ναι, έχεις δίκιο. Για ένα συγκρότημα που δεν βιοπορίζεται από τη μουσική του, μάλλον όχι. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος μετράει διαφορετικά μετά τα lockdown, οπότε δεν ήταν ούτε πολλά ούτε λίγα.

Θα λέγατε ότι αυτό που κάνετε είναι post rock ή έστω μια προέκτασή του;

Θα λέγαμε ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι σε καμία περίπτωση post rock και ταυτόχρονα απολύτως post rock! Πέρα από την απουσία φωνής δεν έχουμε κάτι κοινό με τα συγκροτήματα που συνήθως εντάσσονται σε αυτήν την ταμπέλα, όσο και αν θαυμάζουμε μερικά, καθώς οι αναπτύξεις μας είναι τελείως διαφορετικές και δεν ακολουθούμε τη λογική του κρεσέντο ή της λυρικής εκτόνωσης εις βάρος του χρόνου. Από την άλλη, τυπολογικά είμαστε απολύτως μια μετά-το-ροκ μπάντα που προσπαθεί να βρει «υγιείς» και ενδιαφέροντες τρόπους για να δημιουργήσει και να παρουσιάσει ζωντανά οργανική ηλεκτρική μουσική για το σώμα και το μυαλό. Ίσως ο πιο ευφάνταστος χαρακτηρισμός που ακούσαμε κάποτε ήταν το art punk. Αλλά γενικά δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου οι ταμπέλες. Δεν σκεφτόμαστε έτσι τη μουσική μας.

Η σχέση κιθάρας-μπάσου-ντραμς μετά από τόσες δεκαετίες rock είναι δεδομένη ή έχει θεωρητικά άπειρες δυνατότητες και μορφές;

Ο μόνος περιορισμός είναι πάντοτε η φαντασία. Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, η σχέση αυτή δεν έχει άπειρες δυνατότητες και μορφές. Απλώς η αίσθηση του δεδομένου και το σχετικό φαινόμενο του κορεσμού προκύπτει επειδή έχουμε εστιάσει σε πολύ συγκεκριμένες εφαρμογές αυτής της σχέσης και παραβλέπουμε ό,τι άλλο υπάρχει. Είμαστε σαν τα βατράχια, βρισκόμαστε ανάμεσα σε μια θάλασσα ακίνητης τροφής και το ενδιαφέρον μας κεντρίζεται από το θήραμα που κινείται πιο έντονα.

Κατά τη γνώμη μου ο πρώτος δίσκος είναι πιο πειραματικός αλλά και αφαιρετικός από τον δεύτερο. Ποιες είναι οι κυριότερες διαφορές τους;

Είναι δύσκολο να απαντήσουμε καθώς δεν καταλαβαίνουμε πλέον τι σημαίνουν όροι όπως «πειραματικός» και «αφαιρετικός», συνεπώς τους αποφεύγουμε. Ωστόσο, δεν θέλουμε να αποθαρρύνουμε ως προς οποιαδήποτε κατανόηση. Η κυριότερη διαφορά είναι ότι ο πρώτος δίσκος γράφτηκε σε ένα διάστημα περίπου έξι μηνών με συνειδητό σκοπό να δούμε κατά πόσο μπορούμε να συνυπάρξουμε στο πλαίσιο ενός συγκροτήματος και αν θα καταφέρναμε να γράψουμε κάποια κομμάτια που να κρατήσουν το ενδιαφέρον μας. Ο δεύτερος δημιουργήθηκε από ένα πλέον σκορπισμένο γκρουπ που παραδόξως αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στη σύνθεση και, κυρίως, στην ενορχήστρωση. Υποθέτουμε ότι στο «Blood» υπάρχει μια εκλέπτυνση που δεν συναντάς στον πρώτο δίσκο, όπως και ένα άνοιγμα σε πιο καθαρά συναισθήματα. Κάθε δίσκος είναι αποτέλεσμα του χρόνου, των χρημάτων και του μυαλού που έχεις όταν τον φτιάχνεις. Αλλά αυτές είναι παράμετροι που φυσικά μεταβάλλονται, οπότε τίποτα δεν μπορεί να είναι το ίδιο γιατί απλά δεν μπορεί να είναι.

Πόσο σημαντική είναι η συμβολή του Coti K., ο οποίος είναι παρών και στο δεύτερο album στον ήχο σας;

Είμαστε ένα καθαρά ηλεκτρικό σύνολο και ο Coti K. μας είχε φανεί εξαρχής ο καταλληλότερος συνεργάτης γιατί δεν ακούει τον ηλεκτρικό ήχο όπως ένας «ροκ» παραγωγός. Φτιάχνει χώρους και αποστάσεις, «μολύνει» τα τύμπανα, φέρνει τις ισορροπίες των συχνοτήτων εκεί που πρέπει και όταν χρειάζεται «λερώνει» την εικόνα αναποδογυρίζοντας τη δομή που ο ίδιος έχει φτιάξει. Είναι κατά βάση ένας «ηλεκτρονικός» παραγωγός που ταξιδεύει ανάμεσα στις μουσικές εκφράσεις όντας πολύ ελεύθερος μέσα του αλλά και με συγκεκριμένα κριτήρια. Επίσης, έχουμε το ίδιο (σχεδόν) χιούμορ, το οποίο σημαίνει ότι γελάμε και γκρινιάζουμε σαν τους Statler και Waldorf από το «The Muppet Show» την περισσότερη ώρα. Αυτό που ακούγεται στον δίσκο φέρει επιπλέον τη συμβολή/υπογραφή των μηχανικών ήχου με τους οποίους είχαμε τη χαρά να συνεργαστούμε. Αυτοί είναι ο Κίμωνας Βλαχάκης (AUX Studio) και ο Δημήτρης Σταϊκόπουλος (Electricity Sound Studio).

Ζει κάποιος από εσάς στην Τυνησία και αυτό επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο το ύφος του «Blood»;

Ένας από εμάς ζει προσωρινά εκεί για προσωπικούς λόγους. Αυτό όμως δεν έχει επηρεάσει με κανέναν τρόπο το ύφος του δίσκου. Αν κανείς αντιληφθεί κάποιες «ανατολίτικες» επιρροές, κυρίως στο «Dark Candy», αυτές μάλλον έχουν να κάνουν περισσότερο με τη μικρασιατική οικογενειακή καταγωγή μας, όπως και κάποιοι ποντιακοί χρωματισμοί στο δεύτερο μέρος.

Το «Jeanne Dark (Heaven’s Blade)» είναι όντως εμπνευσμένο από τη Ζαν Ντ’ Αρκ ή ο τίτλος έχει μεταφορική σημασία;

Δεν είναι «εμπνευσμένο» από εκείνη, αλλά ο τίτλος του κομματιού και το ταίριασμά του με το μουσικό ύφος ήταν μια ενστικτώδης επιλογή μετά τη θέαση της ταινίας του Καρλ Ντράγιερ. Γονατίζουμε μπροστά στο μεγαλείο και στη διαφορετικότητα αυτού του κοριτσιού, την αποδεχόμαστε όπως ήταν και παραδεχόμαστε ότι έζησε μια από τις πιο φρενήρεις και «σκοτεινές» ζωές σε αυτόν τον πλανήτη. Για αυτό και το ταίριασμα με το κομμάτι, το οποίο είναι σαν επιληπτική κρίση σε αργή κίνηση.

Είστε αποκλειστικά στούντιο συγκρότημα ή σας ενδιαφέρουν και οι συναυλίες; Προγραμματίζετε κάποιες;

Μας ενδιαφέρουν όλα, ακόμα και η απουσία. Έχουμε πραγματοποιήσει συναυλίες σε διάφορους χώρους ήδη από το 2016. Υπάρχουν, μάλιστα, πέντε κομμάτια από την παρουσίαση του πρώτου δίσκου σε σκηνοθεσία και μοντάζ του Αλέξανδρου Κοντού -άλλος ένας εξαιρετικός δημιουργός με τον οποίο είχαμε τη χαρά να συνεργαστούμε- στο κανάλι μας στο YouTube. Οι συναυλίες μάς αρέσουν γιατί γνωρίζουμε ωραίους ανθρώπους που δεν ξέραμε ως τότε και επειδή επιτέλους ακούμε τη μουσική μας δυνατά. Μέσα στον Απρίλιο θα γίνει η παρουσίαση του «Blood», αν και δεν ξέρουμε ακόμα πού και με ποιο support όνομα.

Και τα προσεχή σχέδιά σας; Θα περάσουν άλλα επτά χρόνια για τον επόμενο δίσκο σας;

Θα θέλαμε να παίξουμε στη Λατινική Αμερική. Κατά τα άλλα, δεν γνωρίζουμε αν θα υπάρξει επόμενος δίσκος. Ο χρόνος και οι συγκυρίες δεν είναι με το μέρος μας. Ποιος ξέρει όμως...

Προσωπικά θα ευχηθώ να υπάρξει, γιατί οι Sister είναι ένα συγκρότημα ξεχωριστό, στα όρια του μοναδικού για τα ελληνικά rock δεδομένα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0