Live τώρα    
Αλέξανδρος Παπαθανασίου / Τείνει να χαθεί η αγωνιστική μνήμη, που θα έπρεπε να είναι τροφή για το σήμερα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αλέξανδρος Παπαθανασίου / Τείνει να χαθεί η αγωνιστική μνήμη, που θα έπρεπε να είναι τροφή για το σήμερα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Το ντοκιμαντέρ «Λευκά Όρη» που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα αναφέρεται στον αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και πολιτικό κρατούμενο για σχεδόν δύο δεκαετίες Λευτέρη Ηλιάκη, που έφυγε από τη ζωή το 2017. Ο δημιουργός της ταινίας Αλέξανδρος Παπαθανασίου κατέγραψε τη μαρτυρία του Κρητικού που αγωνίστηκε στην Κατοχή και μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό αχνογραφεί το ιστορικό πλαίσιο μιας συναρπαστικής προσωπικής αφήγησης. Μας μιλάει λοιπόν για την ταινία του και για την πολύτιμη αξία της μνήμης.
 

Πώς ακριβώς ξεκινάει η σχέση σου με τον αντιστασιακό Λευτέρη Ηλιάκη, που είναι και το αντικείμενο της ταινίας σου;

Η σχέση μου με τον Ηλιάκη ξεκινάει εντελώς συγκυριακά. Στο Λονδίνο όπου ζω εδώ και αρκετά χρόνια έχω έναν καλό φίλο, τον Γιάννη Μποράκη, του οποίου ο πατέρας έτυχε να είναι σύντροφος, συναγωνιστής και συγκρατούμενος με τον Λευτέρη Ηλιάκη. Ο Γιάννης είχε καημό που δεν πρόλαβαν να καταγραφούν οι μνήμες του πατέρα του απ’ τον Εμφύλιο και κάπου γύρω στο 2012 μου έδωσε να διαβάσω τη βιογραφία του Ηλιάκη. Όσον αφορά την επικοινωνία μου με τον ίδιο, πραγματικά δεν ήξερα τι να περιμένω, αλλά τελικά ο Λευτέρης με φιλοξένησε στο σπίτι του και έτσι άρχισα να χτίζω τον σκελετό της αφήγησης μέσα από φιλικές συνομιλίες. Μιλήσαμε έναν περίπου μήνα το 2013 και άλλο τόσο το 2015. Μάλιστα, δεν ξεκινούσα αμέσως τα γυρίσματα και άφηνα να περάσουν κάποιες μέρες μέχρι να νιώσω ότι πραγματικά αφέθηκε.

Λευτέρης Ηλιάκης

Ακολουθείς ένα νήμα ιστορικής μνήμης κάνοντας μια βουτιά στα αρχεία, χρησιμοποιώντας τα φωτογραφικά ντοκουμέντα για να ζωντανέψεις την αφήγηση. Μίλησέ μας για τον τρόπο που παρέταξες αυτά τα φωτογραφικά αρχεία.

Συνέλεξα υλικό από τη Βιβλιοθήκη Χανίων αλλά και από οικογενειακά αρχεία. Ο σκοπός μου όμως δεν ήταν να κάνω μια ταινία για τον Εμφύλιο συνολικά ούτε για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Η ταινία καταγράφει τον συγκεκριμένο αγωνιστή και την αντιστασιακή του δράση, με τον ίδιο να λειτουργεί ως φορέας συλλογικής μνήμης. Επίσης, είναι φόρος τιμής στους συντρόφους του και στη σκληρή πραγματικότητα που βίωναν, που στα δικά μου μάτια αποκτούσε υπερβατικές διαστάσεις. Και ήθελα να βγει στην ταινία αυτό το συναίσθημα, δηλαδή η υπερβατική ιδεολογική κατάσταση του να προτιμά κανείς να αυτοθυσιαστεί παρά να παραδοθεί. Υπήρξαν πολλοί που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να εκτελεστούν. Πολλοί αντάρτες του Βελουχιώτη και πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς, του Κομμουνιστικού Κόμματος, του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του Δημοκρατικού Στρατού προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν. Αυτοί οι άνθρωποι πολεμούσαν με όπλα που ήταν σαφώς υποδεέστερα από αυτά του Στρατού των εθνικοφρόνων και χωρίς ανατροφοδότηση. Πολεμούσαν χωρίς ρουχισμό, κοιμόντουσαν στο χιόνι και σε αντίξοες συνθήκες. Κάπως έτσι οι πράξεις τους φαντάζουν ηρωικές.
 

Εξερευνάς τα ματωμένα ίχνη που αφήνουν οι φασίστες μέσα στον χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις μέρες της εγκληματικής δράσης της Χρυσής Αυγής.

Αυτό δεν ήταν κάτι που πίεσα να προκύψει, απλώς συνέπεσε χρονικά με τις καταγραφές μας και δεν μπορούσαμε να το αγνοήσουμε. Μια μέρα που κάναμε γυρίσματα τον Σεπτέμβριο του 2013 μάθαμε για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αυτό το γεγονός ήταν κάτι πολύ προσωπικό και τραυματικό για τη δική μου γενιά και, παρόλο που αρχικά είχα αμφιβολίες για τη συμπερίληψή του, θεώρησα τελικά, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του μοντέρ μου, ότι ήταν τίμιο να το συνδέσω.

 

Μιας και μιλάμε για τους συσχετισμούς με το σήμερα, είναι απίθανο το ότι μετά από τόσα χρόνια προετοιμασίας και επεξεργασίας φωτογραφικού υλικού η ταινία σου βγαίνει στις αίθουσες ακριβώς τις μέρες που έρχονται στο φως οι φωτογραφίες με τους αγωνιστές που εκτελούνται από τους Ναζί στην Καισαριανή.

Όταν υπάρχει έλλειψη ιστορικών γνώσεων και η ιστορική μνήμη δεν τιμάται από την Πολιτεία την ίδια, είναι επόμενο το σύστημα να ευνοεί την εμπορική εκμετάλλευση και την εξαγορά αρχαίων κειμηλίων. Το αντίθετο της μνήμης είναι η λήθη, που ισοδυναμεί με τον θάνατο. Έχουμε χρέος να γνωρίσουμε το παρελθόν μας, για να ξέρουμε πού πατάμε. Και το ότι βρέθηκαν να είναι αντικείμενο πώλησης οι φωτογραφίες των εκτελεσμένων είναι σύμπτωμα όλου αυτού. Κάτι που πέρασα στην ταινία γιατί με προβλημάτισε και συνάδει με τις φωτογραφίες από την Καισαριανή είναι το γεγονός ότι οι φυλακές του Καλαμιού, το Φρούριο Ιτζεδίν δηλαδή, όπως και άλλες πολιτικές φυλακές είναι πλέον ερείπια. Τείνει να χαθεί η αγωνιστική μνήμη που θα έπρεπε να είναι τροφή για το σήμερα. Και δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα γύρω μας και να χαράξουμε το δικό μας παρόν, αν δεν γνωρίζουμε το παρελθόν.
 

Τι μπορεί να πετύχει ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ σήμερα; Μπορεί ίσως να εκπαιδεύσει;

Ένα ντοκιμαντέρ σαν αυτό δεν μπορεί απαραίτητα να αποτελέσει εκπαιδευτικό υλικό, αλλά μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης ώστε να ξεκινήσει ένας διάλογος. Εγώ τουλάχιστον δεν θεώρησα ότι κάνω μια ταινία εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Έλεγα μια ιστορία. Αυτή η ιστορία όμως μπορεί να εμπνεύσει κάποιους και να τους παροτρύνει να μάθουν περισσότερα ή να ανοίξουν έναν διάλογο.

 

Παρακολουθώντας τα φωτογραφικά ντοκουμέντα εκτελεσμένων αγωνιστών που έζησαν επικηρυγμένοι και τα στιγμιότυπα όσων αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν από παρακρατικούς, πιστεύεις ότι με έναν τρόπο οι νεκροί μας μιλάνε ακόμα;

Νομίζω πως ναι και αυτό χρησιμοποίησα κι εγώ, με όλο το θάρρος, σε αισθητικό επίπεδο. Δηλαδή ο Λευτέρης στα μάτια τα δικά μου είναι το φάντασμα που έρχεται απ’ το παρελθόν για να μας μιλήσει. Σαν να είναι ο χαμένος παππούς που έρχεται για να διατηρήσει τη μνήμη. Για να μας διηγηθεί τι πραγματικά συνέβη, για να βρούμε κουράγιο κι εμείς να αλλάξουμε την πραγματικότητά μας, να την κάνουμε πιο δίκαιη, να την κάνουμε να αντέχεται.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0