Το βιβλίο «Εν Παρενθέσει (+2)» είναι επανέκδοση της ποιητικής συλλογής «Εν Παρενθέσει» που είχε δημοσιευθεί το 1991, όταν ήμουν τελειόφοιτος φοιτητής στο ΕΚΠΑ, και περιλαμβάνει ποιήματα που είχα γράψει στην ηλικία μεταξύ 16 και 20 ετών. Έχουν προστεθεί επίσης δύο ποιήματα του 1992 [εξ ου το (+2)]: το τελευταίο που είχα γράψει στην Ελλάδα (στη Σίκινο) πριν μετοικήσω στις ΗΠΑ (στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης) και το πρώτο που μου είχε εμπνεύσει η προσπάθεια προσαρμογής στον νέο, υπερατλαντικό κόσμο. Έκτοτε έχω αναμετρηθεί ως ερασιτέχνης δημιουργός (όχι μόνο ως μελετητής) με την τέχνη του λόγου, αλλά μέχρι τώρα έχω προτιμήσει, όπως αναφέρω στο «Επιλογικό Σημείωμα» στο συγκεκριμένο βιβλίο, τα σχετικά δείγματα να «τα αποθέσω στο ασφαλές ταμείο της σιωπής, όπου, άλλωστε, είχε ήδη αποσυρθεί και η, τυπωμένη σε ελάχιστα αντίτυπα, συλλογή του 1991».
Η ανάγνωση των συγκεκριμένων ποιημάτων τρεισήμισι δεκαετίες μετά ήταν μια ευκαιρία για εμένα να αναστοχαστώ ένα βασικό ερώτημα που έχει απασχολήσει και την έρευνά μου και την προσπάθειά μου χαρτογράφησης ευρύτερων θεμάτων θεωρητικού στοχασμού όχι μόνο από την, κατά το δυνατόν, αποστασιοποιημένη και αφαιρετική οπτική που κατά κανόνα υπαγορεύει η επιστημονική ή θεωρητική/φιλοσοφική ή ερμηνευτική ανάλυση και γραφή, αλλά και από τη σκοπιά μιας βιωμένης πρακτικής: εννοώ το ερώτημα της δυνατότητας ή αδυναμίας της γλώσσας να αποτυπώσει, να εκφράσει όχι μόνο τη σκέψη, αλλά, κυρίως, το κάθε είδους βίωμα, το συναίσθημα, προ-λογικές ή υπερ-λογικές, συγκινησιακές ή σωματοποιημένες εμπειρίες. Πρόκειται για ζήτημα που τις τελευταίες δύο περίπου δεκαετίες προσπαθεί να διαυγάσει μέσω διεπιστημονικών προσεγγίσεων η γνωστή ως affect theory.
Θα τολμούσα να πω ότι απαρχή κάθε τέχνης είναι η επιθυμία έκφρασης, κατά πρώτο λόγο, και επικοινωνίας, κατ’ επέκτασιν, μιας (θεωρούμενης από το θεώμενο υποκείμενο ως) ιδιότυπης θέασης των πραγμάτων - στα «πράγματα» συμπεριλαμβάνω και τις ιδέες και τις συγκινησιακές εμπειρίες. Εν τέλει, γενέθλιος και προσίδιος τόπος αλλά και τέλος (υπό την έννοια και του τελικού αιτίου) της τέχνης είναι η κοινότητα (φαντασιακή ή πραγματική/πραγματοποιημένη ή πραγματοποιούμενη) και τρόπος της η ανάδυση του εκφραζόμενου υποκειμένου από αυτήν την κοινότητα και χάρη σε αυτήν: κοινότητα και κοινωνία με τους πιθανούς αποδέκτες της αποτυπωμένης θέασης, αλλά, πρωταρχικά, και με τα ίδια τα αντικείμενα της θέασης. Τόσες δεκαετίες μετά, ομολογώ ότι ένιωσα έντονη έκπληξη να δω ότι -πέρα από διακείμενα όπως η αρχαία ελληνική τραγωδία και λυρική ποίηση, οι προσωκρατικοί, ο Μποντλέρ, ο Χέλντερλιν, ο Νίτσε και ο Μπατάιγ- τις νεανικές εκείνες ποιητικές μου απόπειρες είχαν διαμορφώσει έννοιες όπως η σιωπή, η ίσως εγγενής αυτο-θυσιαστική α-λογία του λόγου, η βιωματική (ενίοτε σωματοποιημένη) ένταση της υπονόμευσης του ευθύγραμμου (ιστορικού και ατομικού) χρόνου.
* Ο Παναγιώτης Ροϊλός είναι καθηγητής Ελληνικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κριτικής Θεωρίας και κάτοχος της Έδρας «Γιώργος Σεφέρης» στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Είναι πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών

Δύο ποιήματα*
Παραλλαγή δεύτερη: Νύχτα με φεγγάρι
Στο φως του φεγγαριού ψηλώνουνε
κατά το νου κι οι βράχοι
άλλοτε τα περασμένα θίγοντας,
άλλοτε τα μελλούμεν’ ακουμπώντας
μέλαθρα σκιών που κλωθογυρίζουνε
στ’ αδράχτια της σελήνης.
Είναι ο Ιούλιος που φέρνει
κάθε φορά στα βήματά τους
εξαργυρώνοντας με τους εφηβαίους δρομίσκους
της πετρώδους απουσίας τους
τους μίτους της σελήνης.
Εκεί σου βρήκα μια φλέβα ανάγλυφη
όλο θρομβίσκους μελλούμενη σκιά
να κυκλοφορείς ως του βουνού τα άκρα
και να δροσίζεσαι τις καλοκαιριές
μ’ αίμα σταγμένο από το
λαγήνι της σελήνης.
Γιατί καλά το λεν τ’ αρχαία παραμύθια
πως
με του φεγγαριού τ’ αδράχτια
χίλια κουβάρια ανθρώποι σκιάζουνται
σ’ ένα λαγήνι γαίμα.
Επιστολή Β´
Δεν μπορώ παρά να μιλάω με όνειρα.
Εκεί πέρα μας περιμένει η στεριά που ιδρώνει γάλα
Και στα κρασένια φεγγάρια
Μας καρτερούν οι συντρόφοι.
Ο καιρός χειροτέρεψε σήμερα.
Φύλαξα δυο φιάλες νερό
- Οι ειδήσεις μιλούν γι’ αναβροχιά·
Δεν είναι δα λίγο πράμα τέτοιες ώρες
Να μπορείς να δροσίζεις τη λύπη σου-
Τα έλαβα τα νέα σου,
Αλλά πώς να τα συλλαβίσω
έτσι γραμμένα που τα ’χες σ’ εκείνο το κοχύλι
όπου γλιστρά η γραφή και κάνει την ανάγνωση δύσκολη.
Μόνο μια βουή απόμακρη ξεχώρισα
Κάτι σαν ευτυχία ή γαλήνη.
Αναπαύεσαι ένιωσα στην κυκλική σου ειρήνη.
Εμένα με κρατούνε ακόμη οι πέτρες κι ο ήλιος·
Δεν περιμένοντας τίποτε άλλο
Μ’ αρέσει πού και πού να βουλιάζω απ’ το βάρος τους.
Αλλά με φοβίζει η μοίρα σου. Δίκης επίκουρος βλέπεις.
* Δύο ποιήματα από τη συλλογή «Εν παρενθέσει (+2)»