Live τώρα    
Εκδόσεις / Τι Δικαιοσύνη θέλουμε
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Τι Δικαιοσύνη θέλουμε

Οι ατιμώρητες υποκλοπές, τα εγκλήματα στα Τέμπη και στην Πύλο, τα παράνομα pushbacks, οι αποφάσεις υπέρ των τραπεζών και του κράτους της Δεξιάς έχουν εξαϋλώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Τι βρίσκεται πίσω από την πάγκοινη απουσία του «περί δικαίου αισθήματος»; Ποια είναι η σχέση του λαού με το σύνταγμα; Ο «λαός είναι κυρίαρχος», ένας κυρίαρχος που δεν ασκεί την εξουσία του. Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη, πέρα και πάνω από την πολιτική. Αλλά οι δικαστές από ερμηνευτές του δικαίου έχουν γίνει νομοθέτες και υποστηρίζουν την εξουσία και τα μεγάλα συμφέροντα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι εργαλεία της επεκτατικής πολιτικής των μεγάλων κρατών διεθνώς και, εσωτερικά, του ατομισμού και της περιθωριοποίησης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, αποτελούν όπλα αντίστασης για τα θύματα κρατικής καταστολής. Ποιες είναι οι ιστορικές, νομικές και ηθικές πλευρές της απάνθρωπης αντιμετώπισης των προσφύγων, των μεταναστών, των «άλλων»; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στον μαρξισμό, στην Αριστερά και στο δίκαιο, στην ισότητα και στην ελευθερία;

Οι συνεχείς και αναπάντητες κοινοτοπίες περί «διάκρισης» των εξουσιών, περί «κράτους δικαίου» και «ουδετερότητας» των δικαστών αποτελούν νομιμοποιητικούς μύθους που αποκρύπτουν τη σχέση δικαίου και πολιτικής. Το βιβλίο φιλοδοξεί να αποδομήσει τη μονομέρεια του κυρίαρχου πολιτικού και νομικού λόγου. Το καλύτερο εργαστήρι για την αποδόμησή του είναι η σύγκριση της περιόδου 2015-2019 με τη σημερινή. Την πρώτη περίοδο οι περισσότερες προοδευτικές πολιτικές ακυρώθηκαν από τα ανώτατα δικαστήρια. Ενδεικτικά, η ιθαγένεια για παιδιά νόμιμων μεταναστών. Ο «νόμος Παππά». Η εκλογή των διευθυντών των σχολείων από τους εκπαιδευτικούς τους. Η παράταση της δυνατότητας φορολογικού ελέγχου όσων εμπλέκονται στις λίστες φοροδιαφυγής. Το 2018 το ΣτΕ ακύρωσε το νέο πρόγραμμα του μαθήματος Θρησκευτικών επειδή δίνει πληροφορίες για άλλα δόγματα και θρησκείες. Η χρήση του οριστικού άρθρου «της» στην πρόταση «η παιδεία αποσκοπεί στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» (16.2 συντάγματος) επιβάλλει την ορθόδοξη κατήχηση. Αλλά το 2025 το ίδιο δικαστήριο υποστήριξε πως ενώ τα άρθρα 16.5 και 8 του συντάγματος ορίζουν ότι «η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα» ενώ τα ιδιωτικά πανεπιστήμια απαγορεύονται, η λέξη «δημόσια» σημαίνει «ιδιωτικά» και το «απαγορεύεται» «επιτρέπεται». Στην πρώτη ένα άρθρο επιβάλλει την ερμηνεία, στη δεύτερη η ερμηνεία αντιστρέφει τις σαφείς λέξεις του συντάγματος.

Το ίδιο και με τα αστικά δικαστήρια. Οι απεργίες ανακηρύσσονται παράνομες. Για τον Άρειο Πάγο η μακροχρόνια μη πληρωμή δεδουλευμένων δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης. Τα «κοράκια» μπορούν να επισπεύδουν πλειστηριασμούς για λογαριασμό funds και τραπεζών. Οι τραπεζίτες δεν διώκονται αυτεπάγγελτα για το αδίκημα της απιστίας. Οι δικαστές ακολουθούν επιχειρήματα υπέρ του κεφαλαίου που αναδύονται αβίαστα μέσα από τα θεμέλια του δικαίου. Οι «ανεξάρτητοι» άρχοντες, τραπεζίτες και ανώτατα δικαστήρια, έγιναν η πιο αποτελεσματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, χειροκροτητές και συμπολίτευση σήμερα. Οι δικαστές εξαρτώνται από την πολιτική, αποφασίζουν πολιτικά, ενεργούν πολιτικά. Το δόγμα «νόμος και τάξη» σημαίνει κάτι πολύ φιλελεύθερο, νόμος κοινωνική τάξη και κρατική επιβολή. Ανέκαθεν η Δικαιοσύνη με τα δεμένα μάτια έριχνε κρυφές ματιές επιθυμίας προς τους χρηματιστές, τους πλούσιους, τις εξουσίες. Έτσι οι νομικοί από συνείδηση της κοινωνίας γίνονται τεχνοκράτες της κοινωνικής παρακμής και φρουροί της εξουσίας. Γιατί ένα δίκαιο χωρίς Δικαιοσύνη είναι άδειο πουκάμισο. Ούτε πείθει ούτε εμπνέει, απλά καταστέλλει.

 

* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής Νομικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Κολέγιο Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

 

Ο νομικός να υπηρετεί τη δικαιοσύνη*


Ο τύπος χωρίς ουσία, η θεσμική υποκρισία, το χάσμα μεταξύ επίφασης και περιεχόμενου χαρακτηρίζουν το κράτος των δικαστών στην Ελλάδα. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της έλλειψης διαφάνειας στη σχέση πολιτικής και δικαίου. Την κάνει εξαιρετικά ελαστική. Όταν οι κυβερνητικές αποφάσεις αρέσουν σε όσους έχουν αυτοδιοριστεί κήνσορες του δημόσιου βίου, τότε οι δικαστές πρέπει να ασκήσουν τον αυτοπεριορισμό που επιβάλλει η διάκριση των εξουσιών. Όταν δεν τους αρέσουν, τότε οι δικαστές πρέπει να γίνουν ακτιβιστές και να ακυρώσουν τις πολιτικές πρωτοβουλίες στο όνομα του κράτους δικαίου.

Η αδιευκρίνιστη και εύπλαστη σχέση πολιτικής και δικαστών επιτρέπει στους οργανικούς διανοούμενους να έχουν πάντα δίκιο. Είναι σημαντικό να βρούμε τρόπους ελέγχου της νομοθετικής εξουσίας των δικαστών και να ενισχύσουμε τον πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης. Ένα ιδεολογικά ισορροπημένο δικαστικό σώμα είναι πολύ μεγαλύτερη εγγύηση καλοδικίας από οποιοδήποτε μύθο περί δικαστικής ουδετερότητας και ορθότητας των αποφάσεων. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί οι αποφάσεις θα αφήνουν πάντα κάποιους αδικημένους σε οποιαδήποτε ιδεολογία ή κόμμα να ανήκουν.

Η αίσθηση αδυναμίας και σύγχυσης των πολιτών που ανακατεύτηκαν με τα δικαστήρια είναι χαρακτηριστική. Αλλά οι δικαστές έχουν περιχαρακώσει το πεδίο και αποθαρρύνουν την κριτική. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη συζήτηση για τις γενικές κατευθύνσεις και αρχές που αναπαράγει το δίκαιο και για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα και στο νόμο. Για να ξεκινήσει η συζήτηση χρειάζεται αλλαγή στη διδασκαλία στις Νομικές Σχολές. Το πρόγραμμα σπουδών πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει με την υποχρέωση του νομικού να υπηρετεί τη δικαιοσύνη. Το δίκαιο είναι τρόπος σκέψης, κρίσης και ομιλίας όχι απομνημόνευση κανόνων και αποφάσεων. Όπως έλεγε ο Νίτσε, όταν τα αφτί του φοιτητή μεγαλώνει για να ακούει μόνο το μυαλό συρρικνώνεται.

 

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Δουζίνα «Το κράτος των δικαστών»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0