Αποτελεί διαπίστωση της κοινής πείρας ότι, παρά την πλησμονή παραστατικών χώρων λόγιας μουσικής, η φιλοξενία έργων του Ρίχαρντ Βάγκνερ, αλλά και της γερμανικής λυρικής δημιουργίας του Ρομαντισμού και εντεύθεν εν γένει, παραμένει ανεκπλήρωτο ζητούμενο τόσον από την Εθνική Λυρική Σκηνή όσο και, δευτερευόντως, από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, που διαθέτουν χωρικό πλαίσιο των απαιτήσεων του εμβληματικού αυτού ολιστικού ογκόλιθου στη θαυμαστή ιστορία του νεότερου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι άβολη ασφαλώς η ανάδειξη του σχετικού προβληματισμού, αφού εκτείνεται σε όλο το κεντρικό και -φευ- δημόσιο φάσμα αιθουσών και σχηματισμών όπερας και συναυλιών. Γιατί η θεσμικά διηνεκής παραστατική δυσανεξία έναντι του γερμανόφωνου ρεπερτορίου, παρά το ιστορικό δεδομένο θεμελίωσης του σύγχρονου ελληνικού κράτους (και πανεπιστημίου) από Γερμανούς ιθύνοντες, αποτελεί παράδοξο τυπικά ελληνικής ολκής και εγγίζει τα όρια συλλογικού συμπλέγματος. Από τη μια η παραίτηση από την προσπάθεια για οικοδόμηση «εθνικού» θιάσου υπεράσπισης του λυρικού ρεπερτορίου εν γένει, κατεξοχήν δε του βορειοευρωπαϊκού, στο όνομα διεθνοποίησης των διανομών, χωρίς ασφαλώς το ένα δεδομένο να αποκλείει το άλλο, και από την άλλη η συνακόλουθη εύλογη υστέρηση της ορχηστρικής επίδοσης στον Βάγκνερ -αλλά και σε συμφωνιστές του όγκου και επιπέδου των Μπρούκνερ και Μάλερ- απελπίζουν για τη συνέχεια στο περιορισμένο εισέτι προσδόκιμο της επίγειας ύπαρξής μας.
Αθηναϊκό βαγκνερικό «ντεμπούτο»
Σε παρόμοιο πλαίσιο χαιρετίζουμε το αθηναϊκό βαγκνερικό «ντεμπούτο» του Θεόδωρου Κουρεντζή (παρακολουθήσαμε τη 2η ομοίου προγράμματος συναυλία στις 15 Νοεμβρίου), έστω και στη σύνοψη της τριλογίας με πρόλογο «Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ» από τον αείμνηστο Αμερικανό αρχιμουσικό Lorin Maazel. Την αιμάσσουσα αυτή σύνθεση ορχηστρικών μερών και επιλεκτικών σπαραγμάτων του μνημειώδους αυτού «καθολικού καλλιτεχνήματος» παρουσίασε ο διεθνής «ροκ σταρ» μαέστρος επικεφαλής της δεύτερης ολότελα δικής του ορχήστρας «Utopia», υπενθυμίζοντας τον εκ μέρους του άθλο συγκρότησής της, ως σχηματισμού που βασίμως καθ’ ημάς ισχυρίζεται ότι «συγκεντρώνει τους καλύτερους μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο», καθώς και προηγηθέντων -ισόκυρων στην αντίληψή μας, χορωδιακού και ορχηστρικού- εκείνων της musicAeterna. Άθλος που θα προκαλεί επουράνιο φθόνο ενός Pierre Monteux κι ενός -βαρονέτου και μετέπειτα Sir- Thomas Beecham!
Giuseppe Mengoli και «Utopia»
Η προβλεπόμενη ως μονογραφική συναυλιακή παρουσίαση αυτής της περίπου 70λεπτης ορχηστρικής φαντασίας πάνω στο βαγκνερικό έπος εγκαινιάσθηκε μολαταύτα, μετά από αυτοπρόσωπη επί σκηνής αναγγελία εκ μέρους του καλλιτεχνικού διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Γιάννη Βακαρέλλη, με την «ανάκρουση-έκπληξη» ενός ιδιαιτέρως απαιτητικού έργου του Φινλανδού συνθέτη Magnus Lindberg υπό τον τίτλο «Arena»(1994/95), που ο Κουρεντζής εμπιστεύθηκε στον δεύτερο μαέστρο της «Utopia», τον προφανώς ανερχόμενο Giuseppe Mengoli. Ορχήστρα και αρχιμουσικός δικαίωσαν στο έπακρο μια παρτιτούρα σοβαρών συμφωνικών φιλοδοξιών, με ιδιαίτερα απαιτητική και κινητική ενορχήστρωση, πραγματική λυδία λίθο των δεξιοτήτων, τεχνικών και σε επίπεδο μουσικότητας, του σχηματισμού και του πόντιουμ. Ιδίως επειδή επιπλέον πρόκειται για σύνθεση ενδιαφέρουσας ανάπτυξης και σχεδόν αδιάπτωτης -με μικρή ανάπαυλα- ηχητικής αδρεναλίνης, με συναρπαστικής κορύφωσης ολοκλήρωση, που αναδιαμόρφωσε σε γνησίως διμερή την άρθρωση της πολλαπλώς εξαιρετικής αυτής καλλιτεχνικής εκδήλωσης.