Η Νατάσα Νταϊλιάνη είναι σκηνοθέτης της θεατρικής παράστασης «Αναζητώντας την Ελένη» που ανεβαίνει στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.
Ταυτόχρονα είναι και βιωματική η σχέση της με την δραματοποιημένη αληθινή ιστορία ενός ζευγαριού από τα Τρίκαλα, που συμμετέχει ενεργά στον Δημοκρατικό Στρατό, μετά την ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο, μεταναστεύουν ως πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη χωρίς τα παιδιά τους και μετά από χρόνια το ένα τους παιδί -η Ελένη την οποία αποχωρίστηκαν- τους λένε πως πεθαίνει.
Η Παναγιώτα, η μάνα της Ελένης, την θεωρεί αγνοούμενη και όχι νεκρή και μετά από χρόνια αναρωτιέται πώς μια γυναίκα που πάλεψε για ίσα δικαιώματα ανδρών γυναικών, που πάλεψε για μια πιο δίκαιη κοινωνία, που βρέθηκε ως νοσοκόμα στα βουνά σε συνθήκες πολέμου, πώς αποδέχτηκε να αποχωριστεί τα παιδιά της. Γιατί η μητρότητα με την αγωνιστικότητα ήταν ασύμβατα;
Ανταμώσαμε την Νατάσσα Νταϊλιάνη στον Πειραιά και συζητήσαμε για το θεατρικό ντοκιμαντέρ της καθώς συνυπάρχει η δραματοποιημένη αφήγηση με την συνέντευξη της μάνας της που είναι η αδελφή της αγνοούμενης Ελένης.

Είστε η εγγονή της Παναγιώτας, της γυναίκας αντάρτισσας από την Θεσσαλία που αναζητά την κόρη της, την Ελένη, την οποία αποχωρίστηκε, μετά την ήττα της Αριστεράς στο Γράμμο, πολιτική πρόσφυγας η ίδια στην Τασκένδη. Πότε και πώς μάθατε την ιστορία της οικογένειας σας; Υπήρχε ομερτά, ενοχή, τραύμα ή περηφάνεια;
Ήξερα από όσο θυμάμαι την εαυτό μου ότι η μαμά μου είχε γεννηθεί στην Τασκένδη επειδή οι γονείς της είχανε φύγει ως πολιτικοί πρόσφυγες από την Ελλάδα το 1949 και ότι είχε πάει ρωσικό σχολείο και όταν ήταν περίπου 13 χρονών επέστρεψαν στην Ελλάδα. Μου είχε μάθει και ένα ρωσικό παιδικό τραγούδι...
Το γεγονός ωστόσο ότι ο παππούς μου πολέμησε με τον ΕΛΑΣ στην Αντίσταση και μετά την Βάρκιζα ανέβηκε στο βουνό στο πλευρό του ΔΣΕ, ότι η γιαγιά μου ήταν οργανωμένη στην ΕΠΟΝ και κατατάχθηκε να βοηθήσει τον αγώνα και υπηρέτησε ως νοσοκόμα, τις έμαθα από τους ίδιους όταν ήμουν περίπου 25 χρονών και γύρισα για ένα διάστημα στην γενέτειρα των γονιών μου, τα Τρίκαλα όπου πέρασα χρόνο μαζί τους. Ήταν μία συγκλονιστική αποκάλυψη, άκουγα τους παππούδες μου να μου μιλούν για τις καταστάσεις που ζήσανε, τις μάχες, τον αγώνα για επιβίωση, τις κακουχίες αλλά και τις αμέτρητες απώλειες και δεν το πίστευα. Κάθε μέρα ενείχε μία τελετουργία και συνέχιζε η αφήγηση, τόσο ζωντανή σαν να μην είχε περάσει μία μέρα από τότε, κι εγώ άρχισα να καταγράφω τις συνομιλίες μας πραγματικά συνεπαρμένη και συναισθανόμενη ότι γίνομαι κοινωνός της ιστορίας του τόπου μας. Συνειδητοποίησα σταδιακά πόσα χρόνια σιωπής είχαν προηγηθεί καθώς και το γεγονός ότι η μητέρα μου ουσιαστικά δεν μου είχε μιλήσει ποτέ γι’ αυτά.
Από τους παππούδες μου υπήρχε αρχικά μία διστακτικότητα, αλλά νομίζω το γνήσιο ενδιαφέρον μου και ίσως και το γεγονός ότι είχαν πλέον φτάσει σε μία ηλικία που η οποιαδήποτε «εξομολόγηση» αποκτούσε ένα άλλο νόημα, με την έννοια του να αφήσεις κάτι πίσω σου για τις επόμενες γενιές, ήταν μάλλον καταλυτικό. Έγινα δοχείο και φορέας μίας ιστορίας που ήθελε τελικά διακαώς να ειπωθεί. Θυμάμαι που ανά τακτά χρονικά διαστήματα με ρωτάγανε «Και τι θα το κάνεις τώρα όλο αυτό; Βιβλίο;». Και ήταν συγκλονιστικό. Θα έχω βαθιά χαραγμένη στα μνήμη μου για πάντα αυτά τα απογεύματα με τους παππούδες μου που με έβγαλαν κι εμένα την ίδια από ένα υπαρξιακό αδιέξοδο τότε, κάνοντάς με να ανασυνθέσω και τα κομμάτια της δικής μου της ταυτότητας.
Ίσως και γι' αυτό να είχα αναζητήσει την ιστορία τους που είναι και δική μου και εν τέλει ολονών μας.
Στην παράσταση παρεμβάλλεται το ντοκιμαντέρ, η ζωντανή συνέντευξη με την μητέρα σας, αδελφή της αγνοούμενης μικρής Ελένης. Ήταν εύκολη η δημόσια εξομολόγηση μετά από τόσα χρόνια σιωπής και σε μια μικρή κοινωνία;
Η συνέντευξη με την μητέρα μου ήρθε μετά από μία πρώτη παρουσίαση του υλικού που είχα συλλέξει, τις προφορικές μαρτυρίες των παππούδων μου, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2016 με αφορμή την Πλατφόρμα «Εμφύλιος» για τα 70 χρόνια από την έναρξή του. Μετά από αυτή την παράσταση, ουσιαστικά ήθελα να επισφραγίσω την αίσθηση που είχα για κάποια πράγματα, να καταλάβω καλύτερα και την θέση της μητέρας μου, ώστε να τοποθετήσω με την σειρά και τον εαυτό μου μέσα σε αυτό το οικογενειακό κάδρο, που ήταν εμποτισμένο από συνεχείς μετακινήσεις και την αίσθηση της απώλειας. Η μητέρα μου νομίζω διαισθάνθηκε αυτή μου την βαθύτερη ανάγκη και ουσιαστικά μου έκανε πολύ πρόθυμα το χατίρι. Η μητέρα μου είναι το τρίτο παιδί των παππούδων μου και γεννήθηκε μετά τον εμφύλιο και την φυγή τους στην Τασκένδη τον Αύγουστο το '49. Η τραγική προσωπική ιστορία αφορά κυρίως το πρώτο παιδί, την Ελένη που χάθηκε και τον θείο μου τον Κώστα, με τον οποίο αφού χωρίστηκαν στο πεδίο της μάχης και τον φυγάδεψαν μαζί με άλλα παιδιά προς τις χώρες του τότε Ανατολικού μπλοκ κατάφεραν να τον βρούνε μετά από 10 ολόκληρα χρόνια μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Ουσιαστικά η μητέρα μου γεννήθηκε στον απόηχο όλων αυτών των γεγονότων που συγκλόνισαν την οικογένειά μου και ήταν για μένα ο συνδετικός κρίκος. Η μητέρα μου είχε να μοιραστεί κυρίως όμορφες αναμνήσεις από την ζωή της στην Τασκένδη σε αντίθεση με τον θείο μου που έφερε το βαρύ τραύμα ενός παιδιού που για πολλά χρόνια δεν ήξερε εάν έχει και που είναι οι γονείς του, και είναι φανερή αυτή αντίθεση μέσα στην παράσταση μέσα από τις προσωπικές τους μαρτυρίες.

Γιατί αποφασίσατε την οικογενειακή σας μικρή ιστορία που αποτελεί κομμάτι της μεγάλης ιστορίας της Αριστεράς και της Ελλάδας να την μεταπλάσσετε σε τέχνη και θεατρική παράσταση. Αφορά την νέα γενιά το δικό σας διαγενεακό τραύμα;
Ό,τι έχω γράψει μέχρι στιγμής και σκηνοθετήσει για το θέατρο ενέχει ψήγματα αυτής της ιστορίας. Είναι πάντα εκεί. Η αναζήτηση, η απώλεια, η προσπάθεια συμφιλίωσης με το παρελθόν, η πάλη με τις ενοχές και τα διλήμματα. Η βαθιά ανάγκη για χειραφέτηση και αποδέσμευση από καθετί που σε κρατάει πίσω... Δεν ήταν εύκολη διαδρομή γιατί εάν και δεν είχα ζήσει τις τραυματικές ιστορίες των προγόνων μου τις κουβαλούσα μέσα μου και σίγουρα είχαν επηρεάσει βαθιά και την μητέρα μου σε σχέση με τις δικές της μετέπειτα επιλογές. Λένε ότι το διαγενεακό πράγμα διαπερνάει τρεις γενεές, οπότε σαφώς και πιστεύω ότι αφορά την νέα γενιά, καθώς είναι αυτή που καλείται να το διαχειριστεί και πλέον να πάει ένα βήμα παραπέρα συνειδητοποιημένα ως προς το μέγεθος του τραύματος και τον αντίκτυπό του αλλά και την δυνατότητα μετουσίωσής του σε κάτι πιο ωφέλιμο σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Είχα από αρκετά μικρή ηλικία συναίσθηση αυτού του τραύματος και πάντα με συγκλόνιζε βαθιά η προσωπική ιστορία της γιαγιάς μου. Η οποία γενικώς δεν μιλούσε πολύ. Μία φράση της όμως που συνήθιζε να λέει έκρυβε μία ανεπούλωτη πληγή και με απασχολούσε πάντα: Η απώλεια της μικρής Ελένης, που κανείς δεν ήξερε ακριβώς να εξηγήσει πώς χάθηκε και γιατί. Η γιαγιά μου είχε μία μόνιμη θλίψη κι ένα μόνιμο πένθος, Ταυτόχρονα ήταν ένας άνθρωπος δοτικός και φροντιστικός, για μένα ήταν σαν μία Αγία.
Κατά την διάρκεια της τριβής με το υλικό και της συνεργασίας με τους συντελεστές της παράστασης συνειδητοποίησα πόσες κοινές με την δική μου ιστορία ιστορίες υπάρχουν γύρω μου και ότι το διαγενεακό τραύμα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Το θέατρο δίνει την ελευθερία να πεις αυτές τις ιστορίες, το να τις μεταπλάσσεις σε τέχνη είναι μία μοναδική ευκαιρία μοιράσματος και συνομιλίας με το παρελθόν σε ένα παρόν που έχει την τάση να αποσυνδέεται με την ιστορία και την ιστορικότητα των πραγμάτων. Είναι μία διαδικασία λυτρωτική ταυτόχρονα και παρηγορητική κι επειδή αφορά ήρωες όμοιους στην τραγικότητά τους με αυτούς του αρχαίας τραγωδίας θεωρώ ότι η επιλογή του μονόπρακτου για το έργο αυτό που έχει την ενότητα χώρου, χρόνου και τόπου ως δομικό στοιχείο του προσθέτει στην επιτακτικότητα του να ειπωθεί η ιστορία ως αναπόσπαστο κομμάτι και της ιστορίας της Αριστεράς σε ένα συμβολικό επίπεδο όπως λέτε κι εσείς. Ευχαριστώ τον Θωμά Τσαλαπάτη που στα πλαίσια ενός μαθήματος θεατρικής γραφής στο ΕΚΠΑ Θεατρικών Σπουδών με παρότρυνε να γράψω αυτή την ιστορία και υπό την συγκεκριμένη μορφή αυτή του θεατρικού μονόπρακτου.
Ξετυλίγοντας την ιστορία της η πρώην αντάρτισσα γιαγιά σας φέρνει στην επιφάνεια τις ενοχές της γιατί επέλεξε να πειθαρχήσει στο επιλογές και τις κατευθύνσεις του Κόμματος - χωρίς να είναι βέβαια η εξαίρεση - με τίμημα να αποχωριστεί το μικρό της παιδί. Πρόταγμά της πλέον το αίτημα της ως γυναίκα και μάνα, αδιαφορώντας για τις αντινομίες της ιστορίας;
Το έργο αντανακλά την δική μου οπτική των επιλογών της γιαγιάς μου και δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς. Μεταφέρω την αίσθηση που αποκόμισα σε σχέση με το τίμημα που πλήρωσε τελικώς. Όπως χαρακτηριστικά λέει η ηρωίδα στο έργο όταν της μιλάει ο άλλος ήρωας του έργου για την πίστη στον αγώνα και τον άνθρωπο: «Εγώ όμως έπαψα να πιστεύω. Όταν μ’ είπαν ότι χάθκε το παιδι μ. Τότε κατάλαβα. Τίποτα δεν είναι πάνω απ’ το παιδί μ. Αν είχα το παιδί μ’ κι όλος ο κόσμος να καεί, δεν μ’ ένιαζε».
Αυτός είναι και ο πυρήνας της σύγκρουσης της ηρωίδας και την οδηγεί εν τέλει στην λύση που προτάσσει το έργο. Κατά την ιστορική έρευνα γύρω από τα ζητούμενα του έργου μου έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη η πολυπλοκότητα της κατάστασης, το γεγονός ότι ήταν πόλεμος, ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ακλόνητη πίστη σε αυτόν τον αγώνα αλλά και οι ανυπολόγιστες εξελίξεις που ακολούθησαν την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Όταν όλο αυτό καταλάγιασε και έρχεσαι να αναμετρηθείς με τις προσωπικές σου επιλογές ως άνθρωπος, γυναίκα, μητέρα τότε αποκαλύπτεται η μεγάλη τραγικότητα.

Το κίνημα της γυναικείας χειραφέτησης που είναι πολύ ζωντανό στις ημέρες, επηρέασε την δική σας επιλογή για να ασχοληθείτε με αυτήν την τραυματική ιστορία;
Χαίρομαι που με ρωτάτε. Είναι για μένα βασικό στοιχείο της παράστασης και της σκηνοθετικής μου προσέγγισης. Ξεκινά ήδη από την επιλογή μέσα στο έργο. Βασική ηρωίδα, αυτή που ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας είναι γυναίκα. Είναι η Παναγιώτα. Ήθελα να δώσω συνειδητά φωνή στην γυναικεία εμπειρία που ταλαντεύεται ανάμεσα στην μητρότητα και την επιθυμία της να είναι ενεργή και ισότιμη και να προσφέρει στον αγώνα. Οι γυναίκες στο βουνό, σύμφωνα με τις μαρτυρίες αλλά και την προσωπική ιστορία της γιαγιάς μου απαλάμβαναν σε πολλά επίπεδα μία πιο ισότιμη σχέση με τους άντρες, υπήρχε σεβασμός και συμπόρευση. Ωστόσο όταν πλέον η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη και για να σωθούν τα παιδιά οι γυναίκες κατά βάση αποφασίστηκε να εγκαταλείψουν τον Γράμμο και να φυγαδευτούν μαζί με τα παιδιά, ειδικά όταν ήταν πολύ μικρά σε ηλικία και υπήρξαν πολύ συγκεκριμένες οδηγίες. Πάντα η ιστορία της γιαγιάς μου και το γεγονός ότι επέλεξε να μείνει στο πεδίο της μάχης και να προσφέρει στο αγώνα ενώ είχε δύο παιδιά με συγκλόνιζε και ξέρω πολύ καλά πόσο την τραυμάτισε και την συνέτριψε ανεπανόρθωτα η μετέπειτα εξέλιξη. Όταν η απώλεια είναι αυτή της τάξης πλέον αμφισβητείς τα πάντα και τίποτα δεν μπορεί να αναμετρηθεί με αυτή. Η συντριβή, η ενοχή, ο πόνος της μάνας, ήταν τα θέματα που ήθελα να αγγίξω μέσα σε αυτό το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο. Ωστόσο, τα ζητήματα υπερβαίνουν την εποχή της, είναι τόσο επίκαιρα όσο ποτέ με τους πολέμους γύρω μας, τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους και χάνουν τις ζωές του καθημερινά στον δρόμο προς την Ευρώπη, τα ασυνόδευτα ανήλικα. Κι εδώ η αφετηρία ήταν η δικοί μου προβληματισμοί και δυσκολίες όταν απέκτησα η ίδια παιδί και αντιλήφθηκα ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμα να διανύσουμε προς την γυναικεία χειραφέτηση, ώστε ο ρόλος αυτός να προστατεύεται αλλά και να μην συγκρούεται με άλλους ρόλους, να γίνει συλλογικό βίωμα και συν-αντίληψη.
Επιλέγεται δραματοποίηση και ντοκιμαντέρ στην θεατρική παράσταση. Γιατί;
Το επέλεξα γιατί ήθελα να μιλήσω για το διαγενεακό τραύμα συνδέοντας το θεατρικό έργο με τα υπαρκτά πρόσωπα, και κάνοντας σαφή και τον δικό μου ρόλο σε αυτή την ιστορία, που είμαι η πραγματική εγγονή των ηρώων του έργου.
Το υλικό το έχω συλλέξει τα τελευταία είκοσι χρόνια ξεκινώντας με τις μαρτυρίες των παππούδων μου, έπειτα με τις συνεντεύξεις των παιδιών τους και ένα οδοιπορικό στον Γράμμο καθώς και σε χωριά των Τρικάλων όπου κρύβονταν η γιαγιά μου από τους Ιταλούς και του Γερμανούς κατά την Αντίσταση. Μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον-και ελπίζω να είναι για το κοινό-να εισφέρω και πραγματικά στοιχεία μέσα στην παράσταση. Ατός άλλωστε είναι ο λόγος που και το μονόπρακτο που έγραψα και είναι ο πυρήνας της παράστασης είναι γραμμένο σε θεσσαλική ντοπιολαλιά. Με ενδιαφέρει αυτού του είδους η αυθεντικότητα με έναν ανοιχτό/απροσδιόριστο χώρο-χρονικό ορίζοντα μέσα σε όρους θεατρικής πράξης. Το ίδιο επιχείρησα να κάνω και με το ηχητικό τοπίο και με την σκηνογραφική πρόταση με την βοήθεια των συνεργατών και συντελεστών αυτής της παράστασης και είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων και χαρούμενη γι’ αυτή την συνεργασία.
Η παράστασή μας θα συνεχίζεται αυτή την Πέμπτη (25.12), Παρασκευή (26.12.) και Κυριακή (28.12) καθώς και για τις επόμενες δύο εβδομάδες μέχρι 11.01. στον υπέροχο χώρο του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά στην σκηνή Ωμέγα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο, Σκηνοθεσία: Νατάσα Νταϊλιάνη
Παίζουν: Μαρία Τσιμά, Θανάσης Χαλκιάς, Νατάσα Νταϊλιάνη
Συνεργάτης Δραματολόγος: Βίκυ Μαυρογόνατου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δήμητρα Σκέμπη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Σκηνογραφία & Κοστούμια: Μάρθα Μαύρη
Μουσική: Πέτρος Μπούρας
Κίνηση: Κατερίνα Δρακοπούλου
Φωτογραφίες: Ιουλία Λαδογιάννη
Trailer: Ευαγγελία Καππή
Οργάνωση Παραγωγής: Δανάη Γραμμένου
Παραγωγή: gARTen
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Πού: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ, ΣΚΗΝΗ ΩΜΕΓΑ
Πότε: 18.12.2025 – 11.1.2026
Προπώληση: more.com και στο ταμείο του θεάτρου