Live τώρα    
Βιβλιο-φιλικά / Η λειτουργία της Τέχνης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιο-φιλικά / Η λειτουργία της Τέχνης

1355694MSS049_IX_gaddis_smoking_photo_b153_f602.jpg
Ο Γκάντις γράφει αυτό το έργο ενώ βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της ασθένειάς του, δημιουργώντας έναν ήρωα, μια αφηγηματική φωνή που βρίσκεται ακριβώς στην ίδια κατάσταση, αναμειγνύοντας επιδέξια τα όρια ανάμεσα σε πραγματικότητα και επινόηση

Από τις πρώτες κιόλας αράδες του υβριδικού κειμένου «Αγάπη χαίνουσα» του σπουδαίου Ουίλιαμ Γκάντις, δίχως καμιά εισαγωγή και δίχως κλιμάκωση, μπαίνουμε στον παραληρηματικό νευρωτικό κόσμο του αφηγητή, ο οποίος βρισκόμενος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου ανήμπορος, με το σώμα του σταδιακά να τον προδίδει, παραδομένος στις παρενέργειες της φαρμακευτικής αγωγής, συνειδητοποιώντας πως δεν του απομένει πολύς χρόνος, προσπαθώντας να βάλει τάξη στο χάος των σημειώσεών του -οδηγώντας και τον αναγνώστη σε ένα χαοτικό κουβάρι σκέψεων και συναισθημάτων που πρέπει να προσπαθήσει για να το ξεδιαλέξει καταλαβαίνοντας όμως στην πορεία πως όλη η γοητεία κρύβεται στα σκοτάδια και στις σκιές του-, αναφερόμενος σε γραφειοκρατικές διαδικασίες και εκκρεμότητες, δεν παραλείπει να δηλώσει το θέμα -αν μπορεί κανείς να το πει έτσι- του έργου του: «(...) αυτό είναι το θέμα του έργου μου, το κατρακύλισμα των πάντων, του περιεχομένου, της γλώσσας, των αξιών, της Τέχνης, αταξία και ανασυγκρότηση όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα, τα πάντα βυθισμένα στην εντροπία (...)».

Το «Αγάπη χαίνουσα» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του Γκάντις και είναι το πρώτο έργο του που μεταφράζεται στα ελληνικά -και το τελευταίο που έγραψε λίγο πριν από τον θάνατό του-, με τον Γιώργο Μπέτσο να κάνει πραγματικό άθλο για να το αποδώσει γλωσσικά χωρίς να προδώσει την ατμόσφαιρα ενός τόσο δύσκολου κειμένου. Ελπίζω πως θα ακολουθήσει η μετάφραση και των υπόλοιπων έργων του, καθώς ο συγγραφέας είναι εντελώς άγνωστος στο ελληνικό κοινό παρότι αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Αμερικανούς συγγραφείς, με το εμβληματικό και αμφιλεγόμενο στην εποχή του «The Recognitions» να κυκλοφορεί το 1955 και να χρειάζονται άλλα είκοσι χρόνια για το διαλογικό «JR» το οποίο τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ. Ακολούθησαν άλλα δύο βιβλία για να φτάσουμε στην «Αγάπη χαίνουσα» που είναι το κύκνειο άσμα του, το οποίο γράφει ενώ βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της ασθένειάς του νιώθοντας διαρκώς τα χρονικά όρια να στενεύουν, δημιουργώντας έναν ήρωα, μια αφηγηματική φωνή που βρίσκεται ακριβώς στην ίδια κατάσταση, αναμειγνύοντας επιδέξια τα όρια ανάμεσα σε πραγματικότητα και επινόηση.

Βαθιά επηρεασμένος από τον Τόμας Μπέρνχαρντ και ειδικά από το έργο του «Μπετόν» -αλλά σαφώς ανιχνεύεται και ο Μπέκετ-, με ένα πραγματικό πλήθος διακειμενικών αναφορών, με εναγώνια στοχαστική διάθεση πάνω στη διαδικασία της Τέχνης και της δημιουργικότητας στη σύγχρονη εποχή, με συνεχείς σύνθετους φιλοσοφικούς συνειρμούς και αναφορές σε έργα φιλοσόφων και, κυρίως, πάνω στην πραγματεία «Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαράστασης» του Βάλτερ Μπένγιαμιν, με εμμονικές αναφορές πάνω στην ιστορία του μηχανικού πιάνου την οποία κατέγραφε επί σειρά ετών κρατώντας δεκάδες σελίδες σημειώσεων, ο Γκάντις δημιουργεί ένα εξαιρετικά πυκνό, δίχως παραγράφους -άρα και δίχως ανάσα- κείμενο, όπου παρακολουθούμε τη συνειδησιακή ροή του ετοιμοθάνατου αφηγητή έχοντας αρχικά την εντύπωση πως πρόκειται για μια άναρχη καταγραφή, καταλαβαίνοντας στην πορεία πως πρόκειται για μια εντελώς ελεγχόμενη σύνθεση όπου η πορεία της αποσύνθεσης του ανθρώπινου σώματος -και ο νομοτελειακός θάνατός του- ακολουθεί ή ακόμη και εμπεριέχει τη σταδιακή αποσύνθεση του πολιτισμού: ο πολιτισμός πεθαίνει όταν η Τέχνη αντικαθίσταται από την ψυχαγωγία, όταν το αυθεντικό αντικαθίσταται από τον μιμητισμό, όταν το έργο τέχνης μοιάζει σαν καρικατούρα του εαυτού του. «Ακούσια λοιπόν, κύριε Μπένγιαμιν, θα μπορούσαμε να πούμε πως η τέχνη έγινε πλέον δημόσια ιδιοκτησία, για τους πλημμελώς καλλιεργημένους η “Μόνα Λίζα” και ο “Μυστικός δείπνος” έγιναν τέχνη για ημερολόγια κρεμασμένα στην κουζίνα πάνω απ’ τον νεροχύτη... (...) Τα πάντα ανάγονται σ’ εμπορικά αντικείμενα και η αγορά καθορίζει την τιμή. Και η τιμή γίνεται γνώμονας για τα πάντα».

Ως ανώτερη αξία ανάγεται η συμμετοχή: «Η μεγαλύτερη έξαψη στη μουσική προέρχεται από το γεγονός πως την παίζεις εσύ». Ο Γκάντις, ένας γνήσιος ελιτιστής, πιστεύει πως η Τέχνη δεν είναι για όλους αλλά για λίγους και εκλεκτούς: τους ταγμένους, τους ταλαιπωρημένους, τους μύστες. Πολλοί θα διαφωνήσουν. Και θα έχουν το δίκιο τους. Όμως ίσως αρκεί απλώς να κοιτάξει κανείς γύρω του: προάγγελος της σημερινής ευκολίας ο Γκάντις, ακόμη κι αυτός θα ξαφνιαζόταν με τα μαζικά «επιτεύγματα» και τις «δυνατότητες» της σύγχρονης εποχής.

Ο Γκάντις γράφει με ένα αίσθημα επείγοντος. Η οργισμένη, ασθμαίνουσα, βιτριολική φωνή του αρνείται να στρογγυλέψει τις γωνίες. Θέλει να αφήσει τη δική του παρακαταθήκη λες και από αυτό κρίνεται κάτι βαθύτερο, κάτι σημαίνουσας σημασίας που ξεφεύγει από τα όρια του ενός ανθρώπου και ανοίγεται σε αξίες πανανθρώπινες. Γράφει σαν να επιτελεί μια αποστολή. Σαν να έχει το κείμενό του προορισμό. Τα βάζει με τον χρόνο, με τη φθορά, με την ηλιθιότητα. Ανατριχιάζει στην προοπτική της επιτυχίας «δεδομένου του γούστου του κοινού». Ανάγνωσμα για δυνατούς λύτες.

Info

Ουίλιαμ Γκάντις, «Αγάπη χαίνουσα»

Εκδόσεις Ποταμός

Μετάφραση: Γιώργος Μπέτσος

Σελίδες: 160

Τιμή: 15,90 ευρώ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0