Live τώρα    
Εκδόσεις / Ἡ τέχνη δέν εἶναι καθρέφτης μά τό σφυρί πού τόν σπάει
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Ἡ τέχνη δέν εἶναι καθρέφτης μά τό σφυρί πού τόν σπάει

Με τη φράση «Ἡ τέχνη δέν εἶναι καθρέφτης μά τό σφυρί πού τόν σπάει» στην προμετωπίδα εισάγεται τούτη η συλλογή, η έκτη μου, που φέρει τον τίτλο «Τρίχορδα και μονόχορδα για 5 εποχές». Πρόκειται για ποιητικά επιγράμματα ή κεραυνοβόλα, όπως λέγονται, ποιήματα που ακολουθούν την αυστηρή φόρμα των χαϊκού.

Αυτή η ποίηση του ελαχίστου εξακολουθεί να ασκεί μια γοητεία σε πολλούς ποιητές. Γοητεία και έλξη που οφείλεται μάλλον στην πρόκληση να μιλήσεις για τα μεγάλα μεγέθη σε έναν ή τρεις στίχους που αποτελούνται μόνο από 17 συλλαβές.

Από άποψη περιεχομένου εκκινεί από τη γνωστή θεματολογία των χαϊκού που είναι η φύση, μόνο που εδώ διαφοροποιείται από την παράδοση αφού η φύση χρησιμοποιείται ανθρωπομορφικά ή μεταφορικά ή ακόμα και σαν τοπίο ιδεών και καταστάσεων. Επιχειρείται μια αισθητική και φιλοσοφική διερεύνηση του χρόνου και των εποχών αλλά και της ύπαρξης, χρησιμοποιώντας τη μεταφορική έννοια των «χορδών» προκειμένου να διαρθρωθούν η εσωτερική του μουσική και η «ανάσα» της ποιητικής παρτιτούρας. Η συλλογή οργανώνεται συμβολικά γύρω από τις πέντε εποχές (ήδη εδώ δηλώνεται ένα παράδοξο: οι εποχές είναι τελικά πέντε;). Η εποχικότητα χρησιμοποιείται όχι ως διαδικασία της φύσης αλλά ως διάσταση ενσώματης εμπειρίας, εσωτερικής μεταβολής, υπονοώντας μια αναστοχαστική προσέγγιση του ενιαύσιου κύκλου, της έννοιας του χρόνου και τη μεταμόρφωση της συνείδησης, τη στάση απέναντι στην ασχήμια και στο κάλλος. Εξετάζει έννοιες όπως η διάψευση, η αλλαγή, η ιστορικότητα της ύπαρξης. Δεν μένει στο προσωπικό: η συλλογή συνδιαλέγεται με ευρύτερα κοινωνικά και ιστορικά μεγέθη, αντιπαραβάλλοντας στον λυρισμό τον κριτικό στοχασμό.

Εγκύπτω δηλαδή, σαν γενετιστής σκυμμένος πάνω στο μικροσκόπιό του, στο ελάχιστο, στον γενετικό κώδικα της ύπαρξης, για να αναχθώ στο στερέωμα του γενικού, από το προσωπικό στο συλλογικό.

Ο τίτλος «Τρίχορδα και μονόχορδα» δηλώνει τόσο την επιδίωξη μουσικότητας όσο κυρίως τη σιωπή, την παύση, μια μουσική αξία γεμάτη εκφραστικότητα - δείγμα ότι η ποίηση εδώ αναζητά τον μικρό ήχο, τον ρόλο της σιωπής ως χώρο μεγάλης έντασης.

Τα ποιήματα είναι οργανωμένα σε αφηγηματικούς κύκλους, που αλληλοσυμπληρώνονται ή βρίσκονται σε αντίστιξη μεταξύ τους.

Η χρήση -κατά τόπους- λέξεων μιας άλλης γλώσσας παλαιάς είναι, εκτός των άλλων, ένας υπαινιγμός μιας συνέχειας αλλά και ένα σχόλιο πάνω στη ρημαγμένη πια «γλώσσα». Όπου «γλώσσα» εδώ θεωρείται το κοινωνικό σώμα μιας εποχής, η ιστορική συνείδησή της έτσι όπως εκφράζεται μέσα από λέξεις και γλωσσικούς τύπους, αν δεχτούμε την άποψη πως στην αρχαιότητα οι ποιητές δημιουργούσαν με τη γλώσσα τον κόσμο, αν συμφωνήσουμε πως η γλώσσα αναδημιουργεί σε συμβολικό επίπεδο τον κόσμο ή έστω τον «αντανακλά».

Η μορφή των μονόστιχων και των τρίστιχων υποχρεώνει τον αναγνώστη σε συμμετοχή, να γεμίσει τα κενά, να αναπληρώσει τις σιωπές, τα άρρητα ανάμεσα στις γραμμές, να νιώσει την εκκρεμότητα, να σταθεί στις χαραμάδες της σκέψης, στις ανεπαίσθητες χορδές του χρόνου, στα μονόχορδα της μνήμης.

* Ο Ηλίας Φραγκάκης είναι συγγραφέας

 


Ἐδῶ, καλύψαμε τ’ ἀγάλματα μήν δοῦνε τήν ντροπή μας


Στήν χειμέρια

ἀνορθογραφία σας

Ἡ Ἄνοιξή μας


Βρέχει Κυριακή

Ἡ ὀμορφιά κρύβεται

σέ θαμπά τζάμια


Μιά ἀράχνη κρέμεται ἀπό τήν

κλωστή τοῦ μεσημεριοῦ


Στήν ἠλακάτη

Ἔκατσε ὁ μπάμπουρας

Νά κλώσει μαλλί


Εἶδε τήν ἐαρινή σύναξη τοῦ

κάλλους· καί δάκρυσε


Οἱ κάμπιες σάν τραινάκι·

ὀρχοῦνται τόν μοιραῖο τους χορό


Καλώδια ὑψηλῆς τάσης

διαπερνοῦν τό σῶμα μου


Μιά γομολάστιχα ἔσβησε τίς

φακίδες τοῦ φεγγαριοῦ


Ὕστερα τό κορίτσι ξάπλωσε στό

ἀψεγάδιαστο φῶς


Ἐδῶ, καλύψαμε τ’ ἀγάλματα μήν

δοῦνε τήν ντροπή μας


Κρουαζιερόπλοια μεταφέρουν

πιά τόν κίτρινο χρυσό


Καί χαρωπά τάνκερ ξέχειλα μέ

ἀπόβλητα δειλινῶν


Ὕστερα ἦρθε ἡ βροχή καί

μούλιασε τά βιβλία μας


Οἱ σελίδες τους ἔπλεαν σάν

βάρκες στό ρέμα τοῦ δρόμου


Δασμό ζητᾶ ὁ θάνατος ἀπ’ τή

ζωή. Τό μερτικό του


Καλημέρα. Εἴχαμε πόλεμο χθές

βράδυ μέ τίς τύψεις.


Μνήμη· ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις

περιπεσοῦσα. Γυμνή


Ὅσοι μιλοῦν δέν

ξέρουν· κι αὐτοί πού ξέρουν

δέν μιλοῦνε πιά


Τά Ἐπίσημα Κείμενα ἔγιναν

μυστικά τοῦ βάλτου


Δέντρο μοναχό

στήν ἄκρη τοῦ χωραφιοῦ

πόσο σέ νοιώθω


Ψυχοστασία

ἐν ζωῇ ὁ χειμῶνας,

χρειαζούμενη

 

Δυό ὠκεανοί πολεμοῦν στό

ἀκρωτήριο τῆς ψυχῆς


Βάρκες στά βράχια

Ρίζωσαν πληγωμένες

Μετροῦν τόν πόνο


Ἡ θάλασσα πάντα ἄγνωστη,

γεμάτη ἀπό κουφάρια


Βαρύ παρελθόν

Κάτ’ ἀπό τόνους χιόνι

Σάν νῦν καί ἀεί


Κανείς χειμῶνας

δέν εἶναι ὁριστικός

κι ἀμετάκλητος


Ἡ ὀμορφιά τῆς ἐξέγερσης,

ἐξέγερση τῆς ὀμορφιᾶς


Θλίψη εἶναι τῶν κοριτσιῶν τά

μάτια, πού ἀγνοήσαμε


Φιλήδονα κορίτσια, τά κορμιά

μονοκοτυλήδονα


Θλίψη εἶναι τῶν κοριτσιῶν τά

μάτια, πού ἀγνοήσαμε


Τά κάτοπτρα δέν λένε αλήθεια·

τήν ἀντανακλοῦν στρεβλά


Κάλλος νά ποιεῖτε. Μά μήν

ξεχνᾶτε νά ἀπελπίζεστε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0