Το πρόσφατο έργο του νέου Αμερικανού συγγραφέα Μαξ Βολφ Φρίντλιχ (Max Wolf Friedlich) ξεκινά με την εικόνα μιας νεαρής γυναίκας που κρατάει στο υψωμένο χέρι της ένα πιστόλι και σημαδεύει έναν μεσήλικα άνδρα απέναντί της, έντρομο, με τα χέρια ψηλά. Cut, σκοτάδι, φώτα πρόβας, και βλέπουμε τον άνδρα μισογερμένο στον καναπέ και τη γυναίκα να στρέφει το όπλο στον εαυτό της. Νέο cut, σκοτάδι, φώτα σκηνής, βλέπουμε τα ίδια πρόσωπα στις «θέσεις μάχης» που θα δώσουν μέχρι τέλους. Ποιας, όμως, μάχης;
Βρισκόμαστε στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή την ώρα της συνεδρίας με μια νέα εργαζόμενη γυναίκα, την οποία θεραπεύει από την «ασθένεια» που προκλήθηκε από τη δουλειά της. Δουλειά ή Δουλεία; Ο εξίσου διφορούμενος αυθεντικός αμερικανικός τίτλος του έργου «Job», που παραπέμπει ευθέως στον Ιώβ της Βίβλου, μας βοηθά να πιάσουμε την άκρη του νήματος και να αρχίσουμε να το ξετυλίγουμε. Ως πού θα φθάσει; Πού θα μας οδηγήσει και σε ποια τρομερή αλήθεια το συγκλονιστικό ψυχολογικό, και όχι μόνο, θρίλερ του Μαξ Βολφ Φρίντλιχ;
Λεβιάθαν ή σύγχρονος καπιταλισμός
Το έργο είναι μια βαθιά και εμπεριστατωμένη ανάλυση και καταγγελία ταυτόχρονα του σύγχρονου εργασιακού Λεβιάθαν (το βιβλικό, γιγάντιο, ανθρωποφάγο τέρας), που εκπροσωπεί στην τελευταία κακοήθη μετάλλαξή του ο σύγχρονος, φρενήρης καπιταλισμός, ή με απλά λόγια η εργασιακή ζούγκλα των πόλεων. Κάποτε, μάλιστα, με την απατηλή μορφή ενός ανθρώπινου και «προοδευτικού» τάχα χώρου, έχοντας έτσι μεταβάλει «ανεπαισθήτως» και «χωρίς κρότον κτιστών ή ήχον», όπως λέει ο μεγάλος ποιητής μας, τη δημιουργική εργασία του ανθρώπου σε κάτεργο απάνθρωπης δουλείας. (Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετικά με τις φρικτές συνθήκες εργασίας στις αρχές του 20ού αιώνα το βιβλίο-μαρτυρία του τακτικού καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Βέρνερ Σόμπαρτ, εξαιρετικά δυσεύρετο σήμερα: «Το προλεταριάτον» («Proletariat»), εκδ. 1905, στην ελληνική έκδοση Ελευθερουδάκη, 1921, σε μετάφραση και πρόλογο του καθηγητή Οικονομίας του ΕΜΠ Σπύρου Κορώνη).
Η κρυμμένη αλήθεια
Αλλά δεν βρισκόμαστε πια στις συνθήκες φυσικής μόνο σύνθλιψης των εργαζομένων, τουλάχιστον στην «πολιτισμένη» Δύση, όπως στους δύο προηγούμενους αιώνες. Ο μετεξελιγμένος, μεταλλαγμένος, σύγχρονος καπιταλισμός διαθέτει και άλλους αποτελεσματικούς τρόπους καταναγκασμού. Στο έργο του Φρίντλιχ η νέα εργαζόμενη γυναίκα που έχει καταφύγει στη βοήθεια ψυχοθεραπευτή κατέχει μια προνομιακή, μπορούμε να πούμε, θέση εργασίας σε έναν μεγάλο, διεθνή οργανισμό, που της έχει προκαλέσει, όμως, σοβαρό νευρικό κλονισμό, καθώς την υποχρεώνει να παρακολουθεί σε απευθείας μετάδοση από κάμερα τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονται μαχητές της ελευθερίας σε τρίτες χώρες, να τα αξιολογεί και να τα σκανάρει για λογαριασμό των εργοδοτών της, προκειμένου να προωθηθεί ένα πρόγραμμα κατά των βασανιστηρίων! Έχοντας απολυθεί προσωρινά από τη δουλειά της επειδή ενστικτωδώς αντέδρασε στο απάνθρωπο θέαμα και έχοντας επιπλέον υποστεί σε νεότερη ηλικία παρόμοια βία, χρειάζεται τώρα την έγκριση του ψυχοθεραπευτή για να επιστρέψει απρόθυμα στην αναγκαία εργασία της. Το πράγμα εξελίσσεται σε έναν αληθινό αγώνα ανάμεσα στη γυναίκα και στον ψυχοθεραπευτή, σε εναλλασσόμενους ρόλους επιτιθέμενου-αμυνόμενου, για την αποκάλυψη της κρυμμένης αλήθειας. Δεν θα φανερώσω το τέλος του έργου με τη συγκλονιστική ανατροπή του.
Παρακολουθήσαμε την παράσταση της «Δουλειάς-δουλείας» στο Studio Μαυρομιχάλη, στην εξαιρετική μετάφραση σε σπανίζοντα ανθηρά ελληνικά και δημιουργική σκηνοθεσία του Μενέλαου Καραντζά. Ο μεταφραστής και σκηνοθέτης δεν πιάνει μόνο το εξωτερικό νήμα της υπόθεσης αλλά και το εσωτερικό της νεύρο, οδηγώντας την με ενιαίο μέτρο, ύφος, ρυθμούς και τέμπο στο φυσικό πέρας της, αφήνοντας την απαραίτητη ρωγμή δισημίας, με αναπάντητο το αιώνιο κρίσιμο ερώτημα: Ποιος ο ένοχος και ποιος ο αθώος του αρχετυπικού πρώτου φόνου που γέννησε την Ιστορία; Οι δύο ρόλοι, της γυναίκας και του άνδρα, διδαγμένοι, «χαραγμένοι» μάλλον, πάνω στον πηλό των γήινων σωμάτων τους, δίνονται έκπαγλα με αναλαμπές φωτός και σκιάς από τους πολύ προικισμένους Γιώργο Γιαννακάκο και Νίνα Παπαγεωργίου. Το λιτό σκηνικό του Ντέιβιντ Νεγρίν και τα κοστούμια της Εβελίνας Δαρζέντα στηρίζουν τη σκηνοθεσία, οι άψογοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και οι μεστές μουσικές του Οδυσσέα Πούλου την υπηρετούν.