Μέσα σε περίπου πενήντα μυθιστορηματικές αφηγήσεις ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850) δίνει το πανόραμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, την άνοδο στην εξουσία της αστικής τάξης, την ήττα του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση των Βουρβόνων, εστιάζοντας τον φακό του στην καταλυτική επίδραση του χρήματος στα ήθη και στη συμπεριφορά των αστών. Χρησιμοποίησα τον όρο «μυθιστορηματικές αφηγήσεις» για να διακρίνω το έργο του από την πληθώρα των επιφυλλιδικών μυθιστορημάτων της εποχής του, που δεν αφηγούνται μια ιστορία, αλλά πληροφορούν απλώς τον αναγνώστη, υποβιβάζοντας την προσοχή του σε απλή περιέργεια. Σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, «η πληροφορία δεν είναι φορέας νοήματος, αντίθετα από την αφήγηση που φέρει νόημα. Η πληροφορία κατακερματίζει τον χρόνο, ενώ η αφήγηση, αντιθέτως, παράγει μια χρονική συνέχεια, μια ιστορία».
Η νουβέλα του Μπαλζάκ «Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ» ή «Άνθρωπος χωρίς όνομα» στον ελληνικό τίτλο διαθέτει ως κεντρικό αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα που, αόρατος, κινεί τα πρόσωπα χωρίς να μετέχει στη δράση τους. Κάτι απαραίτητο για να αποκτήσει η αφήγηση νόημα και ιστορικό χρόνο.
Τα πάντα άλλαξαν
Υπόθεση του έργου: Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ, ήρως της Μάχης του Άιλαου, χτυπημένος πέφτει αναίσθητος από το άλογό του και θεωρείται νεκρός. Όταν συνέρχεται, έχει απολέσει τη μνήμη του. Θα την επανακτήσει δέκα χρόνια αργότερα και θα επιστρέψει στο Παρίσι αγνώριστος, με άλλο όνομα, σαν άλλος Οδυσσέας, για να πάρει πίσω τη ζωή του. Αλλά τα πράγματα δεν έρχονται όπως υπολόγιζε, τα πάντα έχουν αλλάξει, το ηρωικό πνεύμα της εποχής του δεν υπάρχει πια, επικρατούν ο κυνισμός του χρήματος και η ασίγαστη δίψα του κέρδους. Οι φίλοι του δεν τον αναγνωρίζουν, η γυναίκα του έχει κάνει νέα οικογένεια και τον αρνείται, ο μεγαλοδικηγόρος στον οποίο προσφεύγει τον εξαπατά. Απελπισμένος, απαρνείται τον εαυτό του και φεύγει σαν ένας ξένος.
Ο Μπαλζάκ ως αόρατος αφηγητής δεν περιγράφει μεμονωμένες περιπτώσεις, φωτογραφίζει, αντίθετα, σε βάθος, ρεαλιστικά και κάθετα την αστική κοινωνία της εποχής του. Δεν παραθέτει ως πληροφορίες τα γεγονότα αλλά τα αφηγείται, τα ιστορεί, με αρχή, μέση, τέλος. Όταν, π.χ., περιγράφει εξαντλητικά ένα αστικό τοπίο, όπως την επίπλωση ενός αστικού σαλονιού, το κάνει για να δώσει ανάγλυφα τον χαρακτήρα των ενοίκων του. Επειδή τα πράγματα στο ώριμο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ δεν είναι νεκρά διακοσμητικά στοιχεία, ζουν, έχουν την τρέχουσα ιστορία τους και μας ανταποδίδουν το βλέμμα, μας κοιτάζουν όταν τα κοιτάζουμε.
Η παράσταση
Θέλω να πω με άλλα λόγια, ότι διασκευάζοντας για το θέατρο ένα μυθιστόρημα ή μια νουβέλα του Μπαλζάκ με μυθιστορηματικό αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα είναι απαραίτητο να τον διατηρούμε ως άξονα κεντρικό και ως υποκείμενο της αφήγησης αντί να του αφαιρούμε, όπως στην παράσταση, τον λόγο, «διαμοιράζοντας τα ιμάτιά του» στους δρώντες ρόλους. Αλλιώς κινδυνεύουμε να χάσουμε την προοπτική του αφηγηματικού ορίζοντα και το ιστορικό βάθος.
Κατά τα λοιπά, δεν μπορώ παρά να επαινέσω την όντως καλή δουλειά, σε όλα τα άλλα επίπεδα, της μεταφοράς στο θέατρο του μπαλζακικού «Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ» ή «Άνθρωπος χωρίς όνομα». Ευτυχώς, η εντελής διδασκαλία και οι σπουδαίες ερμηνείες των εξαιρετικών ηθοποιών αναπλήρωσαν το σχετικό έλλειμμα του κεντρικού αφηγηματικού λόγου, ουδετεροποιώντας το. Ο Θανάσης Κουρλαμπάς «πηγαίνει» τον πρωταγωνιστικό ρόλο του συνταγματάρχη ως τα έσχατα όριά του, πλάθοντάς τον με μια σύνθετη συναισθηματική και ρεαλιστική προσέγγιση βάθους υποδειγματικού, που δείχνει τις απεριόριστες δυνατότητές του. Η Ντορέττα Παπαδημητρίου είναι, μονολεκτικά, εξαιρετική, λάμποντας αυτόφωτη, ένα αληθινό κόσμημα στη σκηνή. Ο Ορέστης Τρίκας και ο Φώτης Κουτρουβίδης περι-γράφουν λαμπερά τον «δικηγόρο» και τον «παραδικηγόρο» βοηθό του ως δίδυμες ιλαροτραγικές φιγούρες ενός φαιδρού κουκλοθεάτρου μιας κρυμμένης παρισινής «πίσω αυλής των θαυμάτων».
Η σκηνική επιμέλεια (Μαρία Φιλίππου) και τα κοστούμια (Μαντώ Ψυχουντάκη) είναι στο κλίμα της σκηνοθεσίας. Η κινησιολογία της Χριστίνας Φωτεινάκη δένει, οι φωτισμοί του Αργύρη Θέου την υπηρετούν και η ωραία μουσική του Γιάννη Οικονόμου τη στηρίζει. Μετάφραση του μυθιστορήματος από τον Δημήτρη Στεφανάκη.