Πέρα από το ταλέντο του, ο Διονύσης Σαββόπουλος διέθετε ένα σημαντικό χάρισμα που ελάχιστοι/ες έχουν και τον καθιστούσε μοναδικό: ένιωθε υποσυνείδητα, παρά αντιλαμβανόταν την εκάστοτε συγκυρία και την εξέφραζε με το έργο του. Γι’ αυτό και στο διάστημα που ήταν ενεργός δημιουργικά δεν ήταν απλώς επίκαιρος, αλλά κατέγραφε ό,τι συνέβαινε στο πέρασμα των ημερών λειτουργώντας ως ιδιότυπος «βιογράφος του χρόνου».
Ο Διονύσης Σαββόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου 1944 από γονείς πρόσφυγες - ο πατέρας του ήταν από την Κωνσταντινούπολη και η μητέρα του από τη Φιλιππούπολη. Θυμόταν τα πρώτα χρόνια του με αγάπη, ως φτωχά αλλά ευτυχισμένα, ώσπου εισήχθη στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Πολύ σύντομα όμως αποφάσισε ότι ήθελε να κάνει την αγάπη του για τη μουσική επάγγελμα. Έτσι, τον Μάιο του 1963 εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και τις σπουδές του και με μόνα εφόδια 100 δραχμές και μια κιθάρα, επιβαίνοντας στην καρότσα ενός φορτηγού, ήρθε στην Αθήνα.
Η ζωή του στην πρωτεύουσα ήταν αρχικά πολύ δύσκολη, άνεργος, φτωχός και χωρίς συγγενείς. Βρήκε μια κυριολεκτικά και μεταφορικά φιλόξενη στέγη στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, όπου γνώρισε άλλους νέους δημιουργούς, όπως ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Μάνος Λοΐζος. Αν και ακόμα μάθαινε κιθάρα, είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κυρίως στα τραγούδια του, τα οποία ήδη είχε αρχίσει να γράφει. Επιβίωνε συγκατοικώντας με τον Μάνο Λοΐζο και κυρίως τρώγοντας στο σπίτι του και συνοδεύοντας περιστασιακά με την κιθάρα του τη Μαρία Φαραντούρη στις πρώτες εμφανίσεις της στις μπουάτ της Πλάκας. Ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης εκείνος που τον συνέστησε και τον πρότεινε στον ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρείας Lyra Αλέκο Πατσιφά. Αν και ο ίδιος αναζητούσε ερμηνευτή/τρια για τα τραγούδια του, ο Πατσιφάς τον προέτρεψε να τα ερμηνεύσει ο ίδιος. Έτσι κυκλοφόρησε αρχικά ένα EP με τέσσερα τραγούδια.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος συστήθηκε στο κοινό το 1966, με το πρώτο LP του «Φορτηγό», έναν από τους πλέον ιστορικούς δίσκους της ελληνικής μουσικής. Εδώ βρίσκονται όλες οι βάσεις της μετέπειτα δημιουργίας του και πριν απ’ όλα η επιρροή που είχε δεχθεί από τον Bob Dylan, και ειδικότερα τον εμβληματικό δεύτερο δίσκο του, το «The Freewheelin’ Bob Dylan» του 1963, με τον οποίο θα συνέχιζε να συνομιλεί δημιουργικά σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής του. Βιωματικοί αλλά και κοινωνικοί αφηγηματικοί στίχοι και απλές folk μουσικές φόρμες με εξαίρεση δύο τραγούδια, τα «Η Συννεφούλα» και «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη», που οι μελωδίες τους ακολουθούσαν περισσότερο τη γαλλική σχολή και έτσι εντάσσονταν στο κυρίαρχο ρεύμα του Νέου Κύματος το οποίο ανέτειλε τότε και έγιναν διαχρονικά από τα πλέον αγαπημένα του.
«Πάει ο καιρός που οι δικοί σας σκηνοθετούσαν τη γιορτή σας»
Το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 άλλαξε την πραγματικότητα για κάθε άνθρωπο στην Ελλάδα, και φυσικά για τον Διονύση Σαββόπουλο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς συνελήφθη ως αντικαθεστωτικός, φυλακίστηκε για δύο μήνες αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω έλλειψης αποδείξεων. Λίγο αργότερα παντρεύτηκε την Άσπα Αραπίδου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Κορνήλιο και τον Ρωμανό.
Στον δεύτερο δίσκο του «Το περιβόλι του τρελού» (1969) τα τραγούδια του ωρίμασαν μουσικά και έγιναν πιο προσωπικά στιχουργικά. «Μπάλλος» (1971) και η πρώτη εισαγωγή στοιχείων της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής αλλά και πειραματικό rock του Frank Zappa και μια διασκευή του «The ballad of Frankie Lee and Judas Priest» του Bob Dylan με τίτλο «Ο παλιάτσος κι ο ληστής», ενώ οι στίχοι ήταν ακόμα και ελαφρά σουρεαλιστικοί. «Το βρώμικο ψωμί» (1972) ήταν ο δίσκος με το πιο ισχυρό πολιτικό στίγμα στους στίχους.
«Στον χρόνο που άλλαζε μαζί σου πριν μεγαλώσει η αντίστασή σου»
Το «Δέκα χρόνια κομμάτια» (1975) ήταν διπλός δίσκος με ζωντανές ηχογραφήσεις παλιότερων τραγουδιών του και λίγα πρωτότυπα. Ανάμεσά τους το «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας» με τη συμμετοχή της Δόμνας Σαμίου και το «Ζεϊμπέκικο», η πρώτη απόπειρά του να γράψει «ένα αληθινά λαϊκό τραγούδι», που αρχικά ήταν στο «Βρώμικο ψωμί» και αυτή τη φορά το ερμήνευσε η Σωτηρία Μπέλλου με έναν συγκλονιστικό «κόντρα» τρόπο. «Αχαρνής, Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» (1977) ήταν η μουσική που έγραψε για παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, την οποία όμως απέρριψε ο Κάρολος Κουν και έτσι ανέβασε τη δική του με την ερμηνεία, εκτός από τον ίδιο, να αναλαμβάνουν οι -πολύ νέοι τότε- Σάκης Μπουλάς, Νίκος Παπάζογλου, Νίκος Ζιώγαλας, Ηλίας Λιούγκος, Βαγγέλης Ξύδης, Μανώλης Ρασούλης και Μελίνα Τανάγρη. «Η ρεζέρβα» (1979) ήταν επίσης διπλός δίσκος στον οποίο ξεχώριζαν το εξομολογητικό «Τι έπαιξα στο Λαύριο» και το αφηγηματικό «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» αλλά και η (εμπνευσμένη σε έναν βαθμό από το «Hurricane» του Bob Dylan που είχε κυκλοφορήσει τέσσερα χρόνια πριν) μακροσκελής ιστορία του Νίκου Κοεμτζή.
Στο «Τραπεζάκια έξω» (1983) τα παραδοσιακά μουσικά στοιχεία δεν ενσωματώνονταν αλλά έρχονταν στο προσκήνιο, με ενδεικτικό το πασίγνωστο «Ας κρατήσουν οι χοροί». «Το κούρεμα» (1989) ήταν δίσκος συνολικής αναθεώρησης («Κωλοέλληνες») αλλά και αυτοκριτικής. Το «Μην πετάξεις τίποτα» (1994) ήταν άλμπουμ μουσικής και κυρίως στιχουργικής ανακεφαλαίωσης. «Το ξενοδοχείο» (1997) ήταν περισσότερο δικές του προσαρμογές στην ελληνική γλώσσα παρά διασκευές δώδεκα αγαπημένων του ξένων τραγουδιών με συμμετοχές των Αργύρη Μπακιρτζή, Αλκίνοου Ιωαννίδη, Ορφέα Περίδη και Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά της νέας χιλιετίας ήρθε «Ο Χρονοποιός» (1999) που, χωρίς να το ξέρουμε -αλλά ίσως να το υποψιαστήκαμε…-, ήταν ο τελευταίος δίσκος του με πρωτότυπα τραγούδια. Δύο χρόνια αργότερα το διπλό CD «Σαββόραμα» ήταν η πανηγυρική σύνοψη (από σειρά συναυλιών στο Μέγαρο Μουσικής) των άτυπων θεατρικών παραστάσεων που ήταν πλέον οι ζωντανές εμφανίσεις του «μεγάλου αφηγητή» της ελληνικής μουσικής.
Οπως και ο Bob Dylan, ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν ήταν τραγουδιστής με την τυπική αλλά και την ουσιαστική έννοια. Όπως κι εκείνος, στο πέρασμα του χρόνου δεν βελτίωσε την τεχνική αλλά τη συναισθηματική πλευρά της ερμηνείας του, ώστε αμφότεροι να είναι αντίστοιχα οι ιδανικοί ερμηνευτές των τραγουδιών τους. Κανένας και καμία δεν ερμήνευσαν τα τραγούδια του Σαββόπουλου καλύτερα από τον ίδιο, όπως φάνηκε και στο κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρον «Τραγούδια έγραψα για φίλους-Tribute στον Διονύση Σαββόπουλο» (1998), όπου άλλοι και άλλες ερμήνευαν δώδεκα τραγούδια του.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος βίωνε τις πάρα πολλές αντιφάσεις του σε όλες τις εκφάνσεις και τα επίπεδα, εσωτερικά αλλά πολύ συχνά και δημόσια, όχι σαν τροχοπέδες αλλά συνθέτοντάς τες έτσι ώστε να τον βοηθούν να προχωρεί. Πάνω απ’ όλα όμως, στη δημιουργική διαδρομή του συντονιζόταν με τον χρόνο και ανταποκρινόταν σχεδόν ενστικτωδώς στις αλλαγές του. Δεν τον ακολουθούσε αλλά συνοδοιπορούσε απόλυτα συμφιλιωμένος μαζί του.
Το 2021 διαγνώστηκε με καρκίνο, δεν το απέκρυψε και αραίωσε κι άλλο αλλά δεν διέκοψε τις ζωντανές εμφανίσεις του. Στις αρχές της χρονιάς εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του, τον Μάιο παρουσιάστηκε το ψηφιακά αποκατεστημένο ντοκιμαντέρ του Λάκη Παπαστάθη από το 1975 «Χαίρω πολύ, Σαββόπουλος», ενώ για την τελευταία ζωντανή εμφάνισή του, το καλοκαίρι στο Rockwave Festival, μπροστά στο σημερινό rock κοινό, ήταν σαν να επέστρεψε στις ημέρες που εμφανιζόταν στο Κύτταρο και στο Rodeo. Ο Νιόνιος έφυγε ήσυχα στο Ιατρικό Κέντρο όπου νοσηλευόταν στις 21 Οκτωβρίου, περίπου ενάμιση μήνα πριν συμπληρώσει τα 81 χρόνια του.
Προσωπικά θεωρούσα πάντα κορύφωση του άλμπουμ «Ο χρονοποιός» το «κρυμμένο» ομότιτλο τραγούδι του, πιο γνωστό ίσως σαν «Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου». Τελικά όντως ήταν κάτι σαν υποθήκη του και γι’ αυτό χαμογέλασα όταν είδα ότι είχε βάλει το αγαπημένο μου δίστιχο από αυτό για τίτλο στην αυτοβιογραφία του:
«Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
Κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα»
Καληνύχτα, Διονύση. Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ, αλλά αξίζει να το προσπαθήσεις. Καληνύχτα…