Τις τελευταίες ημέρες δύο κυρίως γεγονότα που συνδέονται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και τα μουσεία απασχόλησαν την επικαιρότητα. Η θρασύτατη διάρρηξη στο Μουσείο του Λούβρου και το Pink Ball που διοργανώθηκε σε αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου, μεταξύ αυτών και η Duveen Gallery.
Για την περίπτωση της κλοπής στο Λούβρο εύκολα κανείς θα μπορούσε να υποθέσει ότι οι διαρρήκτες εκμεταλλεύτηκαν κάποιο κενό ασφαλείας και προχώρησαν στην κλοπή. Αν κοιτάξει όμως πιο προσεκτικά, θα δει ότι το φαινόμενο του υπερτουρισμού χωρίς να υπάρχει η αναγκαία υποδομή σχεδόν νομοτελειακά θα οδηγούσε σε μια τέτοια κατάληξη. Οι εργαζόμενοι στο Λούβρο μόλις στην αρχή του καλοκαιριού είχαν προχωρήσει σε απεργία (16 Ιουνίου 2025), επισημαίνοντας τόσο τα κενά ασφαλείας όσο και το εργασιακό burnout που υφίστανται καθώς οι ελλείψεις σε προσωπικό είναι τεράστιες για το πρώτο σε επισκεψιμότητα μουσείο παγκοσμίως. Όμως η ανάγκη για μεγιστοποίηση των εσόδων και μείωση των δαπανών, μια καθαρά νεοφιλελεύθερη πολιτική που βλέπει τα κινητά και ακίνητα μουσεία αποκλειστικά ως «μηχανή χρήματος» και όχι ως πολιτιστικά αγαθά, δεν θα μπορούσε να έχει άλλα αποτελέσματα.
Αντίστοιχα, η διοργάνωση του Βρετανικού Μουσείου με τσουχτερό εισιτήριο βρίσκεται στην ίδια αντίληψη. Η επιβίωση των πολιτιστικών οργανισμών δεν είναι ευθύνη του Δημοσίου αλλά των ιδίων, που πρέπει μέσα σε αυστηρό πλαίσιο να βρουν πόρους οικονομικής χρηματοδότησής τους. Ασφαλώς πρόκειται για πολιτική που τα ίδια τα πράγματα την απορρίπτουν τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα, με το πείραμα της μετατροπής των πέντε μεγάλων μουσείων σε ΝΠΔΔ να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Υπάρχει όμως ακόμα ένα σημείο που ο προσεκτικός παρατηρητής των πολιτιστικών πραγμάτων της χώρας δεν μπορεί να αγνοήσει. Ορθώς η κυβέρνηση διά της αρμόδιας υπουργού Πολιτισμού με δελτίο Τύπου κατακεραυνώνει τη διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου γιατί χρησιμοποιεί «τα Γλυπτά του Παρθενώνα ως διακοσμητικό στοιχείο για το δείπνο που οργάνωσε». Ακόμα ορθότερα στο ίδιο δελτίο Τύπου διαβάζουμε: «Κατ’ επανάληψη και διαχρονικά το Υπουργείο Πολιτισμού έχει καταδικάσει τα δείπνα, τις δεξιώσεις και τις επιδείξεις μόδας που διοργανώνονται στους χώρους των Μουσείων, στους οποίους εκτίθενται μνημεία και έργα τέχνης». Οι προηγούμενες θέσεις θα ήταν πραγματικά άξιες επιδοκιμασίας, αν από την άλλη πλευρά η ίδια κυβέρνηση που κατακρίνει τη διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου δεν είχε επιτρέψει δι’ ενεργειών της είτε διά παραλείψεών της:
- Τη φωτογράφηση για οίκο μόδας στην Ακρόπολη, επικαλούμενη παράδειγμα του 1950 ή, ακόμα χειρότερα, πως με αυτή τη φωτογράφηση αποκτά δημοσιότητα στην παγκόσμια κοινή γνώμη ο Παρθενώνας.
- Την αλήστου μνήμης κιτς εκδήλωση του Ελληνοϊνδικού Επιμελητηρίου πάλι στην Ακρόπολη, με αλευρωμένους entertainers να παριστάνουν αρχαίους θεούς και πρόσωπα της μυθολογίας.
- Το δείπνο του πρωθυπουργικού ζεύγους με τον Αμερικάνο ηθοποιό Τομ Χανκς, τη σύζυγό του, τον Τζεφ Μπέζος και άλλους επιχειρηματίες, με στρωμένα τραπέζια στην κηρυγμένη αρχαιολογική νησίδα του Δεσποτικού.
- Την παραχώρηση χώρων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου για την προγαμήλια δεξίωση της κόρης του μακαρίτη έκπτωτου Κωνσταντίνου Γλύξμπουργκ.
- Το γκαλά του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης στο ΜΕΤ της Νέας Υόρκης, όπου δεκάδες επιχειρηματίες πληρώνοντας 2.500 δολάρια είχαν τη δυνατότητα να θαυμάσουν πριβέ την αρχαιοκαπηλική συλλογή Στερν, που ουσιαστικά «ξεπλύθηκε» με νόμο, και μετά να δειπνήσουν σε αίθουσα του ΜΕΤ.
Ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί, αλλά σταματούμε σε αυτό το σημείο. Οποιαδήποτε απόλυτα δικαιολογημένη καταδίκη της εκδήλωσης στο Βρετανικό Μουσείο από την κυβέρνηση θα είχε αξία αν συνοδευόταν από αντίστοιχες πράξεις. Δυστυχώς, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και μόνο επικοινωνιακούς πομφόλυγες βλέπουμε, ενώ παράλληλα η απαξίωση και η εργαλειακή μεταχείριση των μνημείων και η ακατάσχετη επέκταση του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου συνεχίζουν ολοένα αυξανόμενες.
Και αυτό είναι κάτι που επείγει να αλλάξει.
* Ο Δέδες Λιώνης είναι αρχαιολόγος, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., συντονιστής του Τμήματος Πολιτισμού