Live τώρα    
Εκδόσεις / Ενας άγνωστος, συναρπαστικός κόσμος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Ενας άγνωστος, συναρπαστικός κόσμος

H Στάσα Αμηρά σε χαρακτηριστική πόζα. Ηρώ Χαντά, την αποκάλεσαν αυτοκράτειρα της οπερέτας

O Σώτος Πετράς (1903-1991) γεννήθηκε στη Σμύρνη. Παρακολούθησε τρία χρόνια μαθήματα Νομικής, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στη δημοσιογραφία, όπου σταδιοδρόμησε πολλά χρόνια κυρίως στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ και ως χρονογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Έζησε τον κόσμο κυρίως του ελαφρού μουσικού θεάτρου μέσα από τη σκηνή, στα παρασκήνια, από μικρή ηλικία. Ήταν μόλις 18 χρόνων όταν έγραψε την επιθεώρηση «Φρου φρου», που ανέβηκε το 1921 στο θέατρο Έντεν του Θησείου από τον θίασο της Στάσας Αμηρά. Από τότε και έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, που συνταξιοδοτήθηκε, είτε ως δημοσιογράφος-ρεπόρτερ είτε ως κριτικός ή ως συγγραφέας είχε καθημερινή επαφή με θεατρικούς επιχειρηματίες, μουσικούς, ηθοποιούς, χορευτές. Κάθε βράδυ πριν πάει στην εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν ήταν απαραίτητο να περάσει από κάποιο θέατρο. Συναναστρεφόμενος καλλιτέχνες και εκτός θεάτρου, δημιουργώντας με πολλούς φιλικές σχέσεις, ζούσε τα άγχη, τα προβλήματα, τους καβγάδες, τις αντιζηλίες, τους έρωτές τους, τον κόσμο των θαυμαστών τους, καθημερινά περιστατικά, τα περισσότερα από τα οποία προσεκτικά, ώστε να μην θίγει, μετέφερε στους αναγνώστες του είτε με τη μορφή καλλιτεχνικού ρεπορτάζ είτε συνεντεύξεων. Σκυθρωπά και ενίοτε αντιφατικά συμβάντα γίνονταν αφορμή για πείραγμα, κομψότητα, ανέφελες, συχνά πονεμένες αλλά χαμογελαστά εκφρασμένες διηγήσεις. Υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Πριμπινέτ, άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό Εβδομάς από τις 25 Φεβρουαρίου 1928, υπό τους τίτλους «Η ζωή των καλλιτέχνιδών μας» και «Η ζωή μας είναι θέατρο», μια «ενδιαφέρουσαν και αποκαλυπτικήν» καμπάνια για τη ζωή καλλιτέχνιδων του ελαφρού μουσικού θεάτρου.

Τα επόμενα τρία χρόνια στην Εβδομάδα, σε μια «καμπάνια» για τη δραστηριότητα και την ιδιωτική ζωή καλλιτεχνών του ελαφρού μουσικού θεάτρου, δημοσίευσε συνομιλίες με πολλές, πάνω από ογδόντα καλλιτέχνιδες (ηθοποιούς και χορεύτριες), τις αποκαλούμενες τότε «θεατρίνες», αρκετές γνωστές, αλλά και κάποιες πρωτοεμφανιζόμενες ή άγνωστες που εντυπωσίαζαν με τις εμφανίσεις τους. Πρόκειται για μια θεματική που ικανοποιούσε-κάλυπτε αναγνωστικά όλες τις κοινωνικές τάξεις, ακόμη και τους λιγότερο μορφωμένους αναγνώστες. Οι σαράντα πέντε από αυτές τις συνομιλίες που επιλέχθηκαν να δημοσιευτούν στο βιβλίο αποτελούν μία ενδιαφέρουσα ενότητα, εφόσον μπορούν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα της εποχής που ένα άρθρο ή μια μελέτη αδυνατεί να συλλάβει.

Στα κείμενά του, που είναι γραμμένα στη δημοσιογραφική γλώσσα της εποχής -εμφανώς «στο πόδι»-, δημοσιευμένα τα περισσότερα χωρίς επιμέλεια και με αρκετά ενίοτε λάθη, έγιναν διορθώσεις, παρεμβάσεις και σε ορισμένα σημεία αφαιρέσεις, ώστε να αποκτήσουν περισσότερο ενδιαφέρον και να είναι κατανοητά από το νεότερο αναγνωστικό κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με τη γλώσσα, την ορθογραφία και τις διατυπώσεις της εποχής. Προκειμένου να υπάρξει εκτενέστερη πληροφόρηση, ορισμένα συμπληρώθηκαν με αποσπάσματα από συναφή δημοσιεύματά του σε άλλα έντυπα, όπως στις εφημερίδες Η Βραδυνή, Ελεύθερος άνθρωπος και Μακεδονία. Στο τέλος του βιβλίου, προς διευκόλυνση του αναγνώστη, δημοσιεύεται ένα επίμετρο με βιογραφικά των προσώπων και πληροφορίες των παραστάσεων οπερέτας και επιθεώρησης που αναφέρονται στο κείμενο.

* Ο Διονύσης Μουσμούτης είναι συγγραφέας, εκδότης-διευθυντής του περιοδικού Ιστορία Εικονογραφημένη

 

 

Η Ζαζά η τουρκομερίτισσα*

Η Ζαζά που περίμενε σαν Θεό να έρθει η μέρα να βαπτιστή πρωταγωνίστρια, παρ’ όλη την όρεξη και τη λαύρα που ένιωθε μέσα της να «οργιάσει» στη σκηνή, είχε τόσο τρακ που καταλάβαινε πως θα τα έκανε θάλασσα. Δεν τη βοηθούσε και πολύ η ομιλία της, γιατί μιλούσε πολύ τα σμυρναίικα και έκανε πολλούς σολοικισμούς, πράγμα που εξόργιζε τον Παπαγιάννη!

Με δανεικό, λοιπόν, το ένα κοστούμι και με δικά της έξοδα ραμμένο εκ των ενόντων το άλλο, με δανεικά επίσης, από μια εξαδέλφη της παπούτσια που ήταν πολύ κοντά και καμπούριαζαν τα πόδια της, βγήκε να παίξει τον ρόλο της Κικής… Άντε προσοχή στα σμυρναίικα, κυρία τουρκομερίτισσα, και το νου σου μη σου ξεφύγει το «ήρχε» (το ήρθε η Ζαζά το έλεγε σμυρναίικα… ήρχε), γιατί θα μας δείρουν, της έλεγε καλαμπουρίζοντας ο Παπαγιάννης.

Η αυλαία άνοιξε και η παράσταση του Βαφτιστικού άρχισε. Η Ζαζά, πίσω απ’ την κουίντα, έτρεμε σαν το ψάρι. Τα πόδια της, που φορούσαν τα στενά παπούτσια και κουλούριαζαν τα δάχτυλά της, λυγίζανε από το τρακ.

Ηρθε η ώρα να βγει! Έκανε βιαστικά δυο σταυρούς, πέρασαν από το νου της όλα τα ονόματα των αγίων, το πήρε απόφαση και βγήκε. Μόλις ατένισε την πλατεία, της φάνηκε να σκεπάζει τους θεατές ένα πυκνό σύννεφο. Σκοτείνιασαν όλα μπροστά της. Κυριολεκτικά τα είχε χαμένα. Έλεγε όμως τα «λόγια» της, όπως τα είχε μάθει απέξω, μα ήταν αδύνατο να καταλάβει αν τα έλεγε μέσα της ή την άκουγαν οι θεατές. Ο Σακελλαρίδης από την ορχήστρα τής έκανε νοήματα και της σιγοψιθύριζε διάφορες κουβέντες, προφανώς για να της δώσει θάρρος.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Σώτου Πετρά «Η ζωή μας είναι θέατρο. Οι θεατρίνες, Μεσοπόλεμος, Θεατρική Αθήνα, Έρωτες, Παρασκήνια», εκδόσεις Όταν

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0