Live τώρα    
Σωκράτης Σινόπουλος - Γιάννης Κυριμκυρίδης / Η επικοινωνία διαφορετικών μουσικών πολιτισμών είναι συνδημιουργία κάτι νέου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Σωκράτης Σινόπουλος - Γιάννης Κυριμκυρίδης / Η επικοινωνία διαφορετικών μουσικών πολιτισμών είναι συνδημιουργία κάτι νέου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο κορυφαίος δεξιοτέχνης της πολίτικης λύρας (και του πολίτικου λαούτου) Σωκράτης Σινόπουλος έχει προ πολλού βγει από τον φυσικό χώρο του, την παραδοσιακή μουσική, με προσωπικές εργασίες και εκλεκτές συνεργασίες. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ενασχόληση του με την επιμειξία της jazz και της παραδοσιακής μουσικής με το κουαρτέτο του, με το οποίο έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα δύο δίσκους στην έγκριτη γερμανική εταιρεία ECM Records: «Eight winds» του 2015 και «Metamodal» του 2019. Ο τρίτος με τον τίτλο «Topos», που κυκλοφόρησε στις αρχές του μήνα, είναι μια σύμπραξή του με τον πιανίστα του κουαρτέτου του Γιάννη Κυριμκυρίδη, της οποίας επίκεντρο είναι οι «Έξι ρουμάνικοι παραδοσιακοί χοροί» του μεγάλου Ούγγρου μουσουργού Μπέλα Μπάρτοκ. Συνομίλησα μαζί τους για τον Μπάρτοκ, τη μουσική παράδοση των Βαλκανίων, την jazz και τον αόρατο αλλά πολύ ισχυρό μεταξύ τους δεσμό

Τι σας ώθησε να αφήσετε πίσω σας -προσωρινά ή μη- το κουαρτέτο και να κάνετε έναν δίσκο ως ντούο;

Σωκράτης Σινόπουλος: Με το κουαρτέτο εξακολουθούμε να κάνουμε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και δουλεύουμε νέο υλικό, το οποίο ευελπιστούμε να ηχογραφήσουμε σύντομα. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε με τον Γιάννη και δοκιμάζουμε ιδέες για το ντουέτο πιάνο-λύρα, εξερευνώντας τις δυνατότητες του να μοιράζεσαι τη μουσική σε αυτό το πλαίσιο με έναν μόνο «συνομιλητή» / συνδημιουργό.

Γιάννης Κυριμκυρίδης: Το κουαρτέτο και το ντούο έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικούς συσχετισμούς μεταξύ των μουσικών και επίσης τελείως άλλη κατανομή των μουσικών ρόλων. Ειδικά στην αυτοσχεδιαστική μουσική που χαρακτηρίζει τόσο το κουαρτέτο όσο και το ντούο, το να συνομιλείς με τρεις ανθρώπους είναι τελείως διαφορετικό από το να συνομιλείς με έναν. Δεν μπορείς να συγκρίνεις τις δύο καταστάσεις, ούτε κάνοντας το ένα αποκλείεις το άλλο. Μερικές φορές το ίδιο το υλικό σε οδηγεί, δημιουργεί έναν «ήχο» πριν αρχίσεις να πειραματίζεσαι με αυτό. Στην περίπτωση των «Ρουμάνικων χορών» του Μπέλα Μπάρτοκ ήταν η ίδια η μουσική που μας έδωσε την ιδέα να την προσεγγίσουμε ως ντούο.

Πρέπει να είναι μία από τις ελάχιστες φορές που σε ένα album συνυπάρχουν το πλέον εμβληματικό ίσως όργανο της λόγιας ευρωπαϊκής μουσικής και ένα αυθεντικό όργανο της παραδοσιακής μουσικής, της ελληνικής συγκεκριμένα. Από μουσικολογικής πλευράς, ποιες ήταν οι προκλήσεις, οι δυσκολίες αλλά και τα γοητευτικά στοιχεία αυτού του εγχειρήματος;

Σ.Σ.: Το πιο γοητευτικό και ενδιαφέρον για μένα σε αυτόν τον συνδυασμό οργάνων είναι ότι επειδή ακριβώς δεν είναι καθόλου συνηθισμένος επαφίεται σε εμάς να ορίσουμε τους κώδικες επικοινωνίας και τη συνολική αισθητική, κάτι που, όπως αποδείχθηκε, είναι μια πολύ δημιουργική διαδικασία.

Γ.Κ.: Πίσω από κάθε μουσικό όργανο υπάρχει ένας άνθρωπος. Πιστεύω ότι αν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια κοινή αντίληψη σχετικά με την αισθητική, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον σεβασμό, την ειλικρίνεια και σε πιο γενικό επίπεδο έχουν μια σχετικά κοντινή κοσμοθεωρία, τότε είναι δυνατό να φέρουν κοντά διαφορετικά ιδιώματα και μουσικές από διαφορετικούς πολιτισμούς. Ο κόσμος του πιάνου και ο κόσμος της λύρας συνυπάρχουν στο ντούο μας χωρίς απαραίτητα να είναι «κοινός». Προσπαθούμε κάθε φορά ο ένας να δημιουργεί χώρο για τον άλλο, σεβόμενος τον ήχο και τη μουσική κουλτούρα του.

Πώς βλέπει και αισθάνεται καθένας σας το ηχόχρωμα του οργάνου του άλλου, καθώς δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικά από κάθε πλευρά;

Σ.Σ.: Είναι διαφορετικά όργανα γιατί προέρχονται από διαφορετικούς μουσικούς πολιτισμούς. Βέβαια, τόσο ο Γιάννης όσο και εγώ γνωρίζουμε αρκετά καλά ο ένας τον μουσικό πολιτισμό του άλλου. Αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχουν ουσιαστική επικοινωνία και συνδημιουργία ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μην είναι μια απλή παράθεση στοιχείων από δύο μουσικούς πολιτισμούς, αλλά μια ουσιαστική ζύμωση σε κάτι ενιαίο και πλήρες.

Γ.Κ.: Παρόλο που κάθε όργανο έχει τον δικό του ήχο, όταν δύο ή περισσότεροι μουσικοί συνυπάρχουν, δημιουργείται ένας νέος ήχος. Γιατί τα ηχοχρώματα επηρεάζονται από τον τρόπο που θα παίξεις, ο οποίος με τη σειρά του επηρεάζεται από αυτό που θα ακούσεις από τον άνθρωπο με τον οποίο παίζεις μαζί. Δεν είναι ένα πιάνο και μία λύρα. Είναι το πιάνο που παίζει ο Γιάννης όταν ακούει τον Σωκράτη και η λύρα την οποία παίζει ο Σωκράτης όταν ακούει τον Γιάννη.

 

 

Γιατί επιλέξατε ως τίτλο τη λέξη τόπος και τι σημαίνει σε αυτή την περίπτωση;

Σ.Σ.: Επιλέξαμε τη λέξη τόπος διότι το επίκεντρο και η πηγή της έμπνευσής μας για αυτό το άλμπουμ είναι οι μουσικές παραδόσεις των Βαλκανίων, με τις οποίες αισθανόμαστε εξοικειωμένοι σαν να είναι του δικού μας τόπου.

Γ.Κ.: Η λέξη τόπος στη γλώσσα μας έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Προσδιορίζει κάτι οικείο, κάτι που γνωρίζεις, με το οποίο έχεις ήδη συνδεθεί στο παρελθόν και θέλεις να επιστρέψεις σε αυτό. Οι ρουμάνικοι χοροί και η μουσική των Βαλκανίων, καθώς και οι μουσικοί δρόμοι που χαρακτηρίζουν το έργο είναι στα αυτιά μας εξαιρετικά γνώριμα. Αν ακούσεις τις παλιές ηχογραφήσεις του ίδιου του Μπάρτοκ από πλανόδιους μουσικούς που παίζουν τους «Χορούς», θα καταλάβεις ότι δεν διαφέρουν και πολύ από ανάλογες ηχογραφήσεις της μουσικής της Ηπείρου και άλλων περιοχών της Ελλάδας. Είναι σαν να αποτελούν και αυτοί μέρος του τόπου μας.

Γιατί επίκεντρο του δίσκου είναι μια σειρά συνθέσεων του Μπέλα Μπάρτοκ; Έπαιξε ρόλο ότι ήταν ο συνθέτης λόγιας μουσικής που όχι μόνο μελέτησε σε βάθος την jazz, αλλά και ενσωμάτωσε στοιχεία από αυτή στη μουσική του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον;

Σ.Σ.: Ο Μπάρτοκ είναι πράγματι ένας από τους σημαντικότερους λόγιους συνθέτες. Εμείς επιλέξαμε τους «Έξι ρουμάνικους χορούς» του, ένα έργο το οποίο είναι ουσιαστικά η διασκευή που έκανε σε παλιές παραδοσιακές μελωδίες των Βαλκανίων τις οποίες κατέγραψε ο ίδιος ως εθνομουσικολόγος. Σε αυτό το έργο, εκτός από τις οικείες για μας μελωδικές γραμμές, αναπτύσσει και όλη την αρμονική προσέγγισή του, η οποία ακουμπά και στην jazz. Αυτά ακριβώς είναι τα στοιχεία που θελήσαμε να επεξεργαστούμε και να αναπτύξουμε σε αυτόν τον δίσκο.

Γ.Κ.: Ηταν μια ιδέα του Σωκράτη. Όταν τη συζητήσαμε, η πρώτη μου σκέψη πριν καν την επεξεργαστώ ήταν ότι το έργο το είχα παίξει την εποχή που φοιτούσα στο ωδείο στα Γιάννενα τη δεκαετία του ’90. Έκανα αμέσως αυτή την εικόνα, το Δημοτικό Ωδείο Ιωαννίνων, το επιβλητικό κτήριο, την αίθουσα του πιάνου στον πάνω όροφο. Γνωριζόμαστε και παίζουμε μαζί με τον Σωκράτη από το 2005, η πρότασή του για τον Μπάρτοκ σαν να έδειχνε ότι έχουμε κοινά στοιχεία που πάνε ακόμη πιο πίσω στον χρόνο. Ταυτόχρονα το ίδιο το έργο ήταν σαν να μπορούσε να γίνει μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Όταν είδα ξανά μετά από τόσα χρόνια τις παρτιτούρες και επιχειρήσαμε για πρώτη φορά να παίξουμε τους «Χορούς» ως ντούο, ένιωσα ότι μπορεί να δημιουργηθεί κάτι πολύ ουσιαστικό με αφορμή αυτό το υλικό.

Τι εκφράζει και τι σημαίνει για σένα ως μουσικό και συγκεκριμένα πιανίστα η μουσική του Μπέλα Μπάρτοκ;

Γ.Κ.: Με γοητεύουν οι άνθρωποι που μπορούν και μετασχηματίζουν κάτι, παίρνουν ένα δεδομένο, βάζουν σκέψη, τέχνη και εργασία και δημιουργούν κάτι νέο με βάση το παλιό. Το γεγονός ότι ασχολήθηκε και μετασχημάτισε σε τέτοιο βαθμό αλλά και με τόσο σεβασμό παραδοσιακό υλικό, όπως οι ρουμάνικοι και οι ουγγρικοί χοροί, είναι για μένα έμπνευση.

Κάποιες φορές όταν ερμηνεύεις ένα κλασικό έργο στο όργανό σου, προσπαθείς να προσεγγίσεις τον τρόπο σκέψης του συνθέτη. Ο Μπάρτοκ στους «Χορούς» είχε μια αφετηρία, τις μελωδίες που έπαιζαν οι χωρικοί της Τρανσυλβανίας. Τις μελωδίες αυτές μάλλον τις θεωρούσε απόλυτα ολοκληρωμένες και ίσως για αυτό δεν προχώρησε και σε καμία αλλαγή. Αυτό, όμως, ήταν το νέο που έφερε στη μουσική των «Χορών» και προσωπικά με εντυπωσιάζει ο τρόπος που εναρμόνισε τις μελωδίες και τις προσάρμοσε ρυθμικά στο πιάνο. Αλλά και το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, το να γίνουν οι «Χοροί» μέρος του ρεπερτορίου της κλασικής μουσικής που παίζεται από σολίστ και ορχήστρες.

Πώς προσεγγίζει κάποιος που διαμορφώθηκε από την παραδοσιακή μουσική και κινείται κυρίως εντός της τη μουσική ενός συνθέτη σαν τον Μπάρτοκ;

Σ.Σ.: Προέρχομαι από την παραδοσιακή μουσική. Την αγαπώ, τη γνωρίζω αρκετά καλά, τη θεωρώ «τόπο» μου. Ταυτόχρονα εδώ και πολύ καιρό αναζητώ έναν ήχο που να ενσωματώνει και στοιχεία από άλλες παραδόσεις, όπως η jazz και η κλασική μουσική. Σε αυτό το υπόβαθρο η προσέγγιση του συγκεκριμένου έργου του Μπάρτοκ προέκυψε αβίαστα και φυσικά.

Ποια είναι η θέση των δικών σας συνθέσεων, των δύο προσωπικών και των δύο κοινών, ανάμεσα σε εκείνες του Μπάρτοκ και συνδέονται με κάποιον τρόπο μαζί τους;

Σ.Σ.: Οι δικές μας συνθέσεις συνδέονται απόλυτα με το έργο του Μπάρτοκ. Είναι μερικά μουσικά αποστάγματα, όπως θα τα χαρακτήριζα, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ή της ηχογράφησης, έχοντας προηγουμένως μελετήσει όχι μόνο τους «Ρουμάνικους χορούς», αλλά το σύνολο του έργου του συνθέτη.

Γ.Κ.: Η ηχογράφηση των «Έξι χορών» στο στούντιο έγινε σε μία συνεχόμενη λήψη. Δύο από τις συνθέσεις προέκυψαν στο στούντιο αμέσως μετά το τέλος της ηχογράφησης των «Χορών» και άλλες δύο κατά τη διάρκεια των προβών. Να σημειώσω εδώ ότι και οι πρόβες μας είχαν τη λογική του συνεχoύς παιξίματος. Έτσι μάλιστα προέκυψε και ο βασικός σκελετός, σύμφωνα με τον οποίο μπήκαμε να ηχογραφήσουμε. Θα έλεγα ότι οι προσωπικές συνθέσεις είναι απλώς μια συνέχεια των «Χορών», όπως συνέχεια είναι και οι αυτοσχεδιασμοί που προέκυψαν μέσα στους ίδιους τους «Χορούς». Αυτό που θυμάμαι πολύ έντονα είναι η συναισθηματική φόρτιση που είχαμε με το τέλος της ηχογράφησης, ο Σωκράτης, εγώ και ο ηχολήπτης μας Γιώργος Καρυώτης. Είχε δημιουργηθεί ένας κόσμος με αφετηρία τον Μπάρτοκ, τη λύρα και το πιάνο, και ό,τι προέκυψε, όπως, για παράδειγμα, οι δικές μας συνθέσεις, είναι μέρος του.

Θα σας ενδιέφερε να επαναλάβετε αυτό το εγχείρημα της «δημιουργικής επανεκτέλεσης» και με άλλους ανάλογους συνθέτες, Ευρωπαίους και μη;

Σ.Σ.: Το βέβαιο είναι ότι θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε ως ντούο. Τώρα αν το επόμενο εγχείρημα θα έχει επίκεντρο το έργο κάποιου συνθέτη, θα είναι δικές μας συνθέσεις, αμιγώς αυτοσχεδιαστικό ή όλα αυτά μαζί, είναι κάτι που θα ξεκαθαριστεί στην πορεία.

Γ.Κ.: Υπάρχουν σκέψεις, αλλά προς το παρόν αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να παίξουμε το υλικό ζωντανά.

Προγραμματίζετε να παρουσιάσετε ζωντανά αυτό το υλικό στο σύνολό του και φυσικά ως ντούο ή απλώς θα εντάσσετε αποσπάσματά του στις συναυλίες σας;

Σ.Σ.: Οντως μόνο ως ενιαίο έργο έχει νόημα να παρουσιάζεται ο δίσκος. Έχουμε ήδη προγραμματίσει μερικές συναυλίες στην Ευρώπη για την άνοιξη του ’26 και ευελπιστούμε ότι θα ανακοινώσουμε σύντομα και παρουσιάσεις στην Ελλάδα.

Γ.Κ.: Ο συγκεκριμένος δίσκος είναι μια ολοκληρωμένη παράσταση, αφηγούμαστε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να παρουσιαστεί αποσπασματικά. Ούτως ή άλλως, και το ίδιο το έργο, οι «Έξι ρουμάνικοι χοροί», παρουσιάζεται κάθε φορά ως ενιαίο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0