Prins Obi είναι το ψευδώνυμο που εξαρχής επέλεξε ο Γιώργος Δημάκης, φαρμακοποιός ως προς το βιοποριστικό επάγγελμά του, τον οποίο γνωρίσαμε ως ιδρυτικό μέλος των -αρχικά τρίο και στη συνέχεια κουαρτέτο- Baby Guru. Μετά τη διάλυσή τους κυκλοφόρησε μια σειρά από προσωπικά άλμπουμ που απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από το αρκετά πειραματικό ύφος εκείνων, πηγαίνοντας προς μια ιδιοσυγκρασιακή τραγουδοποιία, ενώ παράλληλα έκανε και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες συνεργασίες. Συνομίλησα μαζί του για το πάρα πολύ ενδιαφέρον έκτο άλμπουμ του «The secret life of Mara Gibb» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, μια φουτουριστική «space opera» όπως το αποκαλεί ο ίδιος.
Πώς προέκυψε το κόμικς και ήταν αυτό που «γέννησε» τον δίσκο ή το αντίθετο;
Το project ξεκίνησε ως ένα ambient album με field recordings (ηχογραφήσεις πεδίου). Ήθελα να δοκιμάσω νέα πράγματα που ένιωθα εκείνη την περίοδο. Παράλληλα με το υλικό άρχισαν να μου δημιουργούνται εικόνες στο μυαλό, η ιστορία ενός non-binary εξωγήινου που αποδρά από τον πλανήτη του και ανακαλύπτει το παιδί μέσα του. Επικοινώνησα με δυο δημιουργικούς ανθρώπους που εκτιμούσα πολύ και ήξερα ότι θα με βοηθήσουν, τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Nikolai Hamel και τον κομίστα Κώστα Παντούλα. Τους είπα το concept για το εξωγήινο πλάσμα και τους άρεσε πολύ. Με τον Nikolai αρχίσαμε να αναπτύσσουμε την ιστορία και αυτή με βοηθούσε να προχωρήσω και το μουσικό μέρος. Σταδιακά οδηγηθήκαμε στην ιδέα του multimedia project, να υπάρχει δηλαδή το άλμπουμ μαζί με το κόμικς, το ένα να συμπληρώνει το άλλο. Έτσι άρχισε ο Κώστας να σχεδιάζει, με καθοδήγηση από μένα και τον Nikolai. Πήρε αρκετό χρόνο να πετύχουμε σωστά το character design, τα περιβάλλοντα, τους πλανήτες κ.λπ.
Σημαίνει κάτι το όνομα Mara Gibb ή απλώς το σκέφτηκες;
Οχι, δεν σημαίνει κάτι συγκεκριμένο, νομίζω ότι το είδα στα credits ενός δίσκου του Harry Nilsson (το χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο ο μουσικός Klaus Voormann) και μου άρεσε.
Η περιπλάνηση στο σύμπαν, που αποτελεί τον αφηγηματικό κορμό, είναι υπαρξιακή και φιλοσοφική. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, όμως, υπάρχει και μια πολιτική διάσταση και ποια είναι αυτή;
Το «The secret life of Mara Gibb» είναι ένα concept σύγχρονης τέχνης και αποτελεί έναν ύμνο στην ακεραιότητα της ψυχής απέναντι στην κρεατομηχανή της διαβρωτικής κοινωνίας, οπότε προφανώς και έχει πολιτική διάσταση. Με βάση τα πρώτα σχέδια του χαρακτήρα, σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να έχει δεδομένο φύλο. Δεν το νιώθαμε απαραίτητα θηλυκό ή αρσενικό, ήταν κάτι πιο ανοιχτό, πιο fluid. Το σχέδιο του Κώστα επηρεάστηκε πολύ και από τα μάτια της γάτας μου, της Yoda, οπότε μας βγήκε ένα πιο ουδέτερο, ελεύθερο πλάσμα.
Σε όλη την προσωπική διαδρομή σου ο David Bowie ήταν βασική επιρροή, αλλά αυτή τη φορά νομίζω ότι, ειδικά η περσόνα και η περίοδος του Ziggy Stardust, είναι περισσότερο από κάθε προηγούμενη, έτσι δεν είναι;
Μου αρέσουν πολλοί δίσκοι του David Bowie και τον σέβομαι απεριόριστα, αλλά δεν ήταν καθοριστική επιρροή μου, πόσο μάλλον για αυτό το άλμπουμ. Αν θέλεις αναφορές, θα τις βρεις στα έργα του Moebius, στα πρώτα άλμπουμ του Oneohtrix Point, στο τελευταίο LP της Solange, στον Panda Bear και στους King Crimson.
Το μουσικό σκέλος είναι διαφορετικό από όλους τους προηγούμενους δίσκους σου, νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που τα ηλεκτρονικά έχουν τόσο κεντρική θέση. Το επιστημονικής φαντασίας και γενικότερα φουτουριστικό θέμα το υπέβαλε ή σε οδήγησε σε αυτό;
Είναι ακριβώς όπως το λες, σε συνδυασμό με τις καταβολές της συμπαραγωγού Saber Rider που έχει ηλεκτρονικό και ambient υπόβαθρο και επηρέασε αρκετά την ηχητική ταυτότητα των κομματιών. Η μουσική βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα synthesizers, αναλογικά και ψηφιακά.
Επίσης, είναι η πρώτη φορά που έχεις παίξει και έχεις προγραμματίσει ο ίδιος τα πάντα, με τη συμμετοχή άλλων στον μίνιμουμ βαθμό. Τι σε έκανε να αποφασίσεις ότι έπρεπε να αναλάβεις και το εκτελεστικό μέρος μόνος σου;
Το αντίθετο μάλλον. Ενώ τα δυο προηγούμενα άλμπουμ μου τα έκανα σχεδόν μόνος μου, σε αυτό έχω τη βοήθεια αρκετών ανθρώπων, αν και ίσως με όχι τόσο προφανή για τον/την ακροατή/τρια τρόπο.
Προσέγγισες λίγο ή και περισσότερο διαφορετικά τη φωνητική ερμηνεία ή είναι μόνο δική μου αίσθηση;
Ερμηνεύω τρία κομμάτια, με τη φωνή μου μάλιστα να είναι σε σημεία αρκετά επεξεργασμένη ηλεκτρονικά ώστε να ενταχθούν στο περιβάλλον της μουσικής, και o Nikolai Hamel είναι αφηγητής σε πέντε άλλα.
Αισθητικά είναι ένας δίσκος που κοιτά προς το μέλλον, αλλά ως προς το πνεύμα του επιστρέφει σε ένα λιγότερο ή περισσότερο μακρινό παρελθόν, όχι για να νοσταλγήσει, αλλά για να επαναλάβει και να υπενθυμίσει διαχρονικές αξίες;
Σίγουρα υπάρχουν επιρροές τόσο από το κοντινό όσο και από το μακρινό παρελθόν, αλλά τη θεωρώ μια εργασία που από πλευράς φύσης και διάθεσης είναι απόλυτα σύγχρονη.
Αν έπρεπε να περιγράψεις συνολικά το άλμπουμ με τρεις μόνο λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Συνειδητοποίηση, απόδραση, ελευθερία.
Δεδομένου ότι είναι μια concept εργασία και ανέλαβες το μεγαλύτερο εκτελεστικό μέρος, πόσο εύκολο είναι να το παρουσιάσεις ζωντανά στο σύνολό του; Θα συμβεί αυτό;
Δεν έχω ιδέα προς το παρόν, είναι κάτι με το οποίο θα ασχοληθώ τους ερχόμενους μήνες, και είναι όντως δύσκολο να γίνει σωστά. Θα το προσπαθήσω πάντως.
Πες δυο λόγια και για τον άλλο και πολύ διαφορετικό δίσκο που κυκλοφόρησες σχεδόν ταυτόχρονα, με τραγούδια σε ένα εντελώς άλλο ύφος από οτιδήποτε έχεις κάνει ως τώρα και με ελληνικό στίχο.
Είναι περισσότερα από αυτό. Ένας guerrilla hip-hop δίσκος ως Dim Goblin, το «Cakes», και το EP «Muffins» που το ακολούθησε, ένας δίσκος με ελληνικό στίχο σε συνεργασία με τον Γιώργο Καρναβά ως ΓΑΜΜΑΓΑΜΜΑ, η παραγωγή στην πρώτη προσωπική εργασία της Άννας Παπαθανασίου «Puta Volcano», το EP «Elation» και σε λίγο θα κυκλοφορήσει το soundtrack της ταινίας του Μιγκέλ Άνχελ Ιμένεζ «Birthday Party», στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γουίλεμ και έχω συνθέσει μεγάλο μέρος του. Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν μια όντως παραγωγική περίοδος για μένα.
Και τα προσεχή σχέδιά σου, συναυλιακά και ίσως και τα πιο άμεσα δισκογραφικά;
Συναυλίες ως Dim Goblin και δουλειά με τη νέα μπάντα που σχηματίσαμε με τον Sir Kosmiche, επίσης πρώην μέλος των Baby Guru, και άλλους δύο φίλους μουσικούς, υπό μιαν έννοια τη φυσική συνέχεια των Baby Guru.
Ισως ακριβώς επειδή ο Prins Obi ήταν φορέας του ανήσυχου πνεύματος των Baby Guru και γι’ αυτό δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ…