Τα «Τεφτέρια» είναι μια συλλογή δώδεκα διηγημάτων, που εκδόθηκε από το Θεμέλιο τον Μάιο του 2025. Πολλά από τα διηγήματα αυτά είχαν δημοσιευτεί στο Διαδίκτυο, κυρίως στον ιστότοπο www.pancreta.gr. Τα διηγήματα αυτά, λίγα εκτενή, τα περισσότερα μικρής φόρμας, ποικίλλουν ως προς τη θεματολογία αλλά και τις πηγές έμπνευσης. Τι τα συνέχει, λοιπόν;
Πρώτα απ’ όλα αποτελούν κλασικά αφηγήματα μυθοπλασίας. Μου αρέσει να αφηγούμαι ιστορίες και απευθύνομαι σε αναγνώστες που τους αρέσει να διαβάζουν ιστορίες. Υπάρχουν δομή, αρχή, μέση και τέλος, όχι απαραίτητα σε αφήγηση γραμμική. Βιωματικά δεν είναι. Η ζωή του υποφαινόμενου συγγραφέα είναι πολύ κοινότοπη για να απασχολήσει και άλλους. Ωστόσο τίποτε από τα γραφόμενα δεν μου είναι άγνωστο ή ανοίκειο. Πρόκειται ασφαλώς για ιστορίες επινοημένες. Οι μυθοπλασίες, όμως, είναι στέρεα καρφωμένες στον χώρο και στον χρόνο. Δύσκολα μπορώ να κρύψω την αγάπη μου για την ιστορία, όχι τόσο ως μεγάλο αφήγημα, αλλά κυρίως ως πλαίσιο του μικροβιώματος.
Δεν με ελκύουν οι μεγάλοι ήρωες, οι μεγάλες ιδιαιτερότητες, οι αλλόκοτες συμπεριφορές. Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες που κινούνται στα «Τεφτέρια» είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, στους οποίους συμβαίνουν ασυνήθιστα πράγματα. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που σε συγκεκριμένες συνθήκες ανθίζουν ή συνθλίβονται από το βάρος των περιστάσεων και της αναγκαιότητας. Άνθρωποι που περιμένουν και άλλοτε δικαιώνονται, άλλοτε όχι. Ένας αστυνομικός που κυνηγάει το παρελθόν του, ένας νέος που θέλει να προλάβει το λεωφορείο του πόθου, ένα πλεχτό που μπλέχτηκε στη νεότερη Ιστορία του τόπου, ένας φιλόξενος άνθρωπος σε έναν αφιλόξενο τόπο, ένας μουσουλμάνος σε μια χριστιανική κηδεία, έρωτες που φύτρωσαν στα αγκάθια και στις πέτρες κ.ά.
Στην πλειονότητα η διήγηση είναι απόλυτα ρεαλιστική. Δεν λείπουν, όμως, διηγήματα με στοιχεία υπερβατικά. Και εδώ, όμως, ο τόπος και ο χρόνος είναι αναγνωρίσιμοι. Δυο χωριανοί που δεν τους γνωρίζει ο τόπος τους, θαλασσογραφίες που χάνουν τα νερά τους, ένας ναυτικός που δεν μπάρκαρε ποτέ…
Η γλώσσα είναι στρωτή, με στοιχεία προφορικότητας και κάποιες ιδιωματικές λέξεις από αυτές που μπερδεύονται έτσι ή αλλιώς στη μνήμη και στη γλώσσα είτε το θέλει κανείς είτε όχι. Λείπουν οι μακροσκελείς περιγραφές και τα πολλά επίθετα. Ο ψυχισμός των ηρώων δεν περιγράφεται, αλλά προκύπτει. Οι άνθρωποι περισσότερο ζουν τα συναισθήματά τους παρά τα περιγράφουν.
Αυτά, όμως, είναι ήδη αρκετά από την οπτική του συγγραφέα. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση των αναγνωστών και αυτοί θα κάνουν τις κρίσεις. Για την ώρα, τους μόλις τέσσερις μήνες που κυκλοφορεί το βιβλίο η αποδοχή και η ανατροφοδότηση είναι συγκινητικές. Η έκδοση από το Θεμέλιο μου δίνει μια διπλή ικανοποίηση. Πρώτον, για το ιστορικό του βάρος και το διακριτό του ίχνος στα εκδοτικά πράγματα. Δεύτερον, για τη φροντισμένη έκδοση των «Τεφτεριών». Ο αναγνώστης θα λάβει στα χέρια του ένα βιβλίο καλαίσθητο και καλά επιμελημένο.
* Ο Μανόλης Χατζηπαναγιώτου είναι εκπαιδευτικός

«Αμα ξημερώσει»*
Οταν γύρισαν, η καπνοσακούλα ήταν ακόμη στο τραπέζι. Ο Ζαχαρίας συνέχιζε να κοιμάται στον πάγκο του, πιο αποκαμωμένος θαρρείς, πιο ψαρός. Έλειπε όμως η στέγη. Στο ταβάνι έχασκε μια μεγάλη τρύπα και κρέμονταν τα μεσοδόκια. Τα ξαδέλφια έμειναν να κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό, μια την τρύπα στο ταβάνι, μια τον καφετζή, που αγουροξυπνημένος σήκωσε το βλέμμα, βλέμμα πιο θολό από ποτέ.
«Ακόμη εδώ είστε; Νόμισα φύγατε».
«Ε, γυρίσαμε για την καπνοσακούλα μου».
«Ολοι γυρίζουν για κάτι. Μα δεν υπάρχει τίποτα πια να πάρουν. Εξόν από την καπνοσακούλα».
Τότε το μάτι τους έπεσε στα αδειανά ράφια, στον άδειο πάγκο. Ήταν λες και φεύγοντας από τον καφενέ κάθε χωριανός πήρε κάτι, άλλος την μπουκάλα το ούζο, άλλος τα ποτήρια, άλλος τις πορτοκαλάδες. Το καφενείο ήταν άδειο από πελάτες, άδειο κι από εμπορεύματα.
«Και ποιος τα πήρε, βρε Ζαχάρη;»
«Ξέρω κι εγώ; Όλοι. Τόσα χρόνια περάσανε. Άλλα τα πήραν οι Βούλγαροι, άλλα οι φαντάροι, άλλα οι αντάρτες, άλλα οι χωροφύλακες».
«Κι εσύ;»
«Τι εγώ; Εγώ είμαι ο καφετζής. Εγώ δεν έφυγα ποτέ».
Ο Μπάτης κι ο Κολιός έπιασαν να περπατάνε αργά γύρω από τα ξεχαρβαλωμένα τραπέζια. Κοιτούσανε τους ξεφτισμένους τοίχους, τα σπασμένα τζάμια. Ο Κολιός μάζεψε μια παλιά εφημερίδα από το πάτωμα και ξανάκατσε στο σκονισμένο τραπέζι. Εφημερίδα σπάνια ξέπεφτε στο χωριό. Ήταν ευκαιρία.
«Κάτσε, Μπάτη, να στρίψουμε ένα τσιγάρο ακόμα και διάβασέ μου τι λέει».
Ο Κολιός δεν ήξερε γράμματα, ο Μπάτης τού διάβαζε τις εφημερίδες.
«Τι να λέει, ρε ξάδελφε; Κείνα και πάλι κείνα».
Ο Μπάτης την κοίταξε προσεκτικά:
«Είναι παλιά. Είκοσι του μήνα».
«Μήπως έχουμε και πιο καινούργια; Λέγε».
Διάβαζε με προσοχή, πού και πού μετέφερε τα νέα:
«Παντρεύτηκε ο βασιλιάς».
«Ο Γεώργιος; Στεφανωμένος δεν ήταν;»
«Ο Κωνσταντίνος. Μια Δανέζα».
Τα πιο πολλά νέα δεν τα καταλάβαιναν, και το ενδιαφέρον γρήγορα ατόνησε…
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Τεφτέρια», εκδόσεις Θεμέλιο