Σπάνια στους δρόμους του Αμβούργου ακούς μινόρε κλίμακες, βαθύ μπουζούκι και ελληνικές λέξεις που μιλούν για πάθη, νοσταλγία, αντίσταση και μικρές χαρές. Κι όμως, ένα απόγευμα στην Ottensen, τη ζωντανή συνοικία του Δυτικού Αμβούργου, η κομπανία Fraxion Rebetika (Ρεμπέτικη Φράξια) σύστησε στο κοινό το ρεμπέτικο, παρασύροντάς το στον παλμό του.
«Μοιάζει με σουίνγκ στη ζωντάνια του, αλλά έχει και μπλουζ στο βάθος των συναισθημάτων. Ακούω και κάτι από φλαμένκο» λέει ένας Γερμανός, ακούγοντας πρώτη φορά ρεμπέτικο στη σκηνή του αυτοσχέδιου φεστιβάλ δρόμου. Το κοινό συμμετείχε χειροκροτώντας, ενώ κάποιοι τολμηροί προσπάθησαν να χορέψουν ακολουθώντας τον ρυθμό, με βήματα αδέξια αλλά γεμάτα ενθουσιασμό.
Ενα φεστιβάλ χωρίς χορηγούς
«Από τους γείτονες για τους γείτονες» είναι το σύνθημα του φεστιβάλ δρόμου Arnoldstraßenfest, που πραγματοποιείται κάθε καλοκαίρι στους κεντρικούς δρόμους της Ottensen. Χωρίς επαγγελματίες εμπόρους ή χορηγίες, η διοργάνωση στηρίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική συμμετοχή. Στη μουσική σκηνή του εμφανίζονται συγκροτήματα από κάθε κοινότητα που απαρτίζει το πολιτιστικό παλίμψηστο της πόλης. Στο πρόγραμμα ανάμεσά τους και η Fraxion Rebetika. Η μπάντα δεν είναι «εξαγόμενο ελληνικό φολκλόρ», μια «τουριστικοποιημένη» εκδοχή της ελληνικής μουσικής, σχεδιασμένη για να ικανοποιεί «εξωτικές» προσδοκίες, αλλά ο καρπός μιας απρόσμενης συνάντησης μουσικών από διαφορετικές διαδρομές και πατρίδες που επικοινώνησαν μέσω μιας κοινής γλώσσας: του ρεμπέτικου. «Η ελληνική κοινότητα του Αμβούργου έχει περίπου έξι χιλιάδες μέλη που ζουν σε μια πόλη σχεδόν δύο εκατομμυρίων. Αριθμητικά μικρή, αλλά πολιτιστικά δραστήρια» μας είπε μια Ελληνίδα.
Στον βασικό πυρήνα της μπάντας, που κλείνει τρία χρόνια ζωής, βρίσκονται ο Μαθιός Σαμσαμάκης (τραγούδι και κιθάρα), γεννημένος στο Ιράν και μεγαλωμένος στη Γερμανία, ο οποίος ανακάλυψε μέσα από οικογενειακές ιστορίες ότι οι ρίζες του βρίσκονται στους τουρκόφωνους Έλληνες της Μικράς Ασίας, με παρακλάδια έως την Κρήτη, την οποία τελικά επέλεξε ως πρώτη του πατρίδα, και ο Ηλίας Μερτζανίδης (μπουζούκι), με καταγωγή από τη Λάρισα, εραστής της λαϊκής μουσικής, που έφυγε από την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης και δημιούργησε οικογένεια στο Αμβούργο. Συνεργάζονται ο Marco Lanuschny (μπάσο) -για την ελληνική παρέα Μάρκος Λανούσης-, Αμβουργέζος με επιρροές και βιώματα από την πανκ ροκ γερμανική σκηνή των 80s, που ήρθε σε επαφή με τη ρεμπέτικη μουσική πριν από λίγο καιρό, και η Σερραία Άννα Μπερμπερίδου (φωνή), που ζει 15 χρόνια στη Γερμανία και μοιράζει τον ελεύθερο χρόνο της ανάμεσα σε πρόβες, παραστάσεις και δράσεις της κοινότητας.
Το ρεμπέτικο συναντά την αριστερή παράδοση
Οσο για την Ottensen, έχει ιδιαίτερη ιστορία που αξίζει να την αναφέρουμε. Υπάγεται στο διαμέρισμα της Altona και ήταν συνοικία εργατών, ενώ εκεί βρίσκονταν και οι αποθήκες του λιμανιού. Αν και δέχτηκε τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, η περιοχή δεν καταστράφηκε ολοκληρωτικά, τα προπολεμικά της κτήρια στέκουν ακόμη, προσδίδοντας μέσω της αρχιτεκτονικής τους μια ιδιαίτερη χροιά. Σήμερα, και ύστερα από μία περίοδο παρακμής, αποτελεί χώρο καλλιτεχνών, φοιτητών και όσων αναζητούν έναν τρόπο ζωής συλλογικό με μποέμ χαρακτηριστικά. Έχει εξελιχθεί σε μια πολύχρωμη κυψέλη πολιτισμού με μουσεία, γκαλερί, βιβλιοπωλεία, θεατρικές σκηνές και καταστήματα που αναδεικνύουν την έντονη πολυπολιτισμική της διάσταση. Η συνοικία έχει αριστερό πολιτικό πρόσημο, όπως άλλωστε και το Αμβούργο.
Για την ιστορία, στην πόλη-λιμάνι κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τα αριστερά κόμματα κυριαρχούσαν συγκεντρώνοντας πάνω από το 50% των εκλογικών ψήφων. Ακόμα και μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ το 1933, στις εκλογές-παρωδία που ακολούθησαν η Αριστερά και η Κεντροαριστερά (KPD και SPD) συγκέντρωσαν περίπου 44,5%. Στις τελευταίες εκλογές του Αμβούργου, που πραγματοποιήθηκαν φέτος στις 2 Μαρτίου 2025, το κόμμα Die Linke συγκέντρωσε 11,2%, διατηρώντας την Αριστερά ως βασικό πυλώνα της πολιτικής ζωής στο Αμβούργο. Σ’ αυτό το περιβάλλον το ρεμπέτικο δεν ακούγεται ως μουσική ενός ξένου τόπου, αλλά ως συγγενικός απόηχος των τραγουδιών που οι στίχοι τους τραγουδιούνταν από τους ντόπιους ναυτικούς και εργάτες. Και με τις σημερινές αναγωγές σε αυτό το πλαίσιο ζυμώθηκε η Ρεμπέτικη Φράξια, που μεταφέρει το πολιτικό ηχητικό αποτύπωμα της Μεσογείου και ενώνει το ελληνικό προλεταριάτο με αυτό του ευρωπαϊκού Βορρά, συνδέοντας τις προβλήτες της Σμύρνης, της Σύρας και του Πειραιά με τις αποβάθρες του Έλβα.

Οι προσωπικές ιστορίες πίσω από τις νότες
Ο Μαθιός αφηγείται την ιστορία του σαν να είναι παραμύθι: «Η γιαγιά απ’ το Αϊβαλί και ο παππούς, Κύπριος που δούλευε στη Μικρά Ασία, γνωρίστηκαν την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έφυγαν το 1918 για την Περσία. Ήταν τουρκόφωνοι χριστιανοί και έζησαν στα βόρεια της χώρας, κοντά στο Αζερμπαϊτζάν. Ο γιος τους και πατέρας μου παντρεύτηκε την Ιρανή μητέρα μου. Εγώ πήρα το όνομα του Κύπριου παππού μου, Μηδειός, και έφυγα παιδί από το Ιράν με τον αδελφό μου όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με το Ιράκ, επειδή επιστράτευαν ακόμα και δωδεκάχρονους. Μεγάλωσα μόνος στη Γερμανία, στη Βόννη. Οι αδελφές της γιαγιάς ξεριζώθηκαν το ’22 και βρέθηκαν στην Κρήτη. Τη δεκαετία του 2000 αποφάσισα να τις ψάξω και ανακάλυψα ότι εγκαταστάθηκαν στο χωριό Λάκκοι στα Χανιά. Οι κάτοικοι άκουσαν την ιστορία μου, με καλοδέχτηκαν σαν συγγενή και με βάφτισαν με νέο όνομα: από Μηδειός, ίσως επειδή δεν άκουσαν καλά, σε Μαθιό».
Ο αδελφός του είναι μουσικός και υπήρξε ο πρώτος του δάσκαλος στη μουσική της Μικράς Ασίας, όπως καρσιλαμάδες, τσιφτετέλια και άλλους παραδοσιακούς ρυθμούς. «Σταδιακά προστέθηκαν και τα ρεμπέτικα. Δεν ήταν ξένα∙ η μουσική αυτή είχε ήδη τις ρίζες της σε μια διδασκαλία που συνδύαζε μικρασιατικά, αραβικά και τουρκικά στοιχεία».
Ο Μαθιός παίζει κιθάρα και κοντραμπάσο και στο παρελθόν έχει περάσει από το ρεπερτόριο της gypsy και της modern jazz. Από τους δημιουργούς, ξεχωρίζει για εκείνον ο Τσιτσάνης, ο μόνος από τους συνθέτες, όπως είπε, που μπόρεσε να χωρέσει ολόκληρη την ελληνική μουσική μέσα στο έργο του: παραδοσιακά, δημοτικά και τραγούδια με ξεχωριστό χαρακτήρα. Σημαντική θέση στις αναφορές του έχουν, επίσης, ο Βαγγέλης Παπάζογλου και ο Παναγιώτης Τούντας. Το 2019 συνεργάστηκε με τον Αγάθωνα, μια από τις σημαντικές στιγμές της πορείας του. Όσο για το ρεπερτόριο του σχήματος, είπε: «Στις γειτονιές παίζουμε και Χιώτη, επειδή σηκώνει swing· στις μαζώξεις σε κέντρα περισσότερο Τσιτσάνη-Βαμβακάρη».
Η συνάντησή του με τον Ηλία Μερτζανίδη ήταν τυχαία, σε ένα από τα λίγα μαγαζιά ελληνικής μουσικής στο Αμβούργο, πριν από τρία χρόνια, το 2022. Η πρώτη συνάντηση κράτησε μόλις 20 δευτερόλεπτα: «Είπε: “Παίζω μπουζούκι”, είπα: “Πάμε πρόβα”. Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε πολύ. Παίξαμε. Αυτό ήταν. Από τότε βρισκόμαστε στον ίδιο μουσικό δρόμο. Ταιριάζουμε, και όταν συμβαίνει αυτό, βελτιώνει ο ένας τον άλλον». Σημαντικό θεωρεί και το πολιτικό κριτήριο γι’ αυτή τη συνεργασία: «Είμαστε και οι δύο αριστεροί. Το ρεμπέτικο είναι underground· γεννήθηκε από τα κάτω. Οι πρώτοι που το έκαναν λαϊκό ήταν άνθρωποι της βιοπάλης. Αυτό το στοιχείο του το θεωρούμε πολύτιμο».
Ο Ηλίας ξεκίνησε να παίζει μπουζούκι ερασιτεχνικά πριν από περίπου είκοσι χρόνια, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων. Έχει ιδιαίτερη αγάπη για το ρεμπέτικο, γιατί, όπως λέει, είναι η μουσική της εργατικής τάξης, η αληθινή λαϊκή μουσική, που δεν μπορείς να τη διαχωρίσεις από την Αριστερά. «Το πολεμούσαν και το πολεμάνε ακόμα. Κι αυτός είναι ένας λόγος που το αγάπησα».
«Το ρεμπέτικο δεν είναι απλώς μουσική» λέει ο Marco Lanuschny και συνεχίζει: «Είναι η φωνή των αποκλεισμένων, έχει μια γλώσσα που την αισθάνεσαι, χωρίς να την κατανοείς». Άκουσε τυχαία πρώτη φορά ρεμπέτικα από έναν γείτονά του: «Γρήγορα κατάλαβα πώς να συντονιστώ με τον ρυθμό και την ψυχή του. Είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι είχα παίξει και ακούσει μέχρι σήμερα, αλλά αυτή η πρόκληση με κέρδισε, και σκοπεύω να τη συνεχίσω».
Η Άννα Μπερπερίδου αφηγείται: «Έζησα δεκατρία χρόνια στο Ανόβερο χωρίς επαφή με Έλληνες, μετακόμισα στο Αμβούργο στις αρχές του 2012 και η ζωή μου άλλαξε προς το καλύτερο. Δεν μετάνιωσα ούτε μία μέρα, υπάρχει ένα ζωντανό ελληνικό στοιχείο. Καλλιτέχνες, συγγραφείς, ηθοποιοί, δημιουργικοί άνθρωποι και δραστήριοι σύλλογοι με ανησυχίες». Η σχέση με τη Fraxion ξεκίνησε πριν από λίγο καιρό όταν τραγούδησε στο πάρτι που ακολούθησε μετά από μία παράσταση με έργο του Τσέχωφ. «Με άκουσαν ο Μαθιός και ο Ηλίας και μου ζήτησαν να συμμετάσχω. Το ρεπερτόριό τους είναι μεγάλο και ποικίλο· το αγαπημένο μου τραγούδι είναι η “Άτακτη” του Μάρκου Βαμβακάρη». Μας ενημέρωσε και για τα πολιτιστικά δρώμενα της ελληνικής κοινότητας: «Τον Νοέμβριο θα παρουσιάσουμε τον “Οδυσσεβάχ” σε σκηνοθεσία Σταύρου Μουρατίδη, με μουσική του Γαβριήλ Γαβριλήδη, και μια βραδιά, όπου θα παρουσιαστούν ποιήματα του Χάινε μεταφρασμένα στα ελληνικά».
Η συνάντηση με τους Fraxion Rebetika ήταν ένα μικρό μάθημα κοινωνικής ιστορίας σε παρόντα χρόνο. Και κάπως έτσι, μέσα από τέσσερις ανθρώπους που συναντήθηκαν τυχαία αλλά έμειναν από επιλογή, στο ρεμπέτικο γράφονται νέα αφηγήματα. Όχι ως νοσταλγία, αλλά ως παρόν.
Και ένα σχετικό νέο της τελευταίας στιγμής. Στις 4 Οκτωβρίου ο Γιώργος Νταλάρας θα βρίσκεται στο Αμβούργο όπου και θα παρουσιάσει στην κεντρική αίθουσα της εμβληματικής Φιλαρμονικής της πόλης τη συναυλία με τίτλο «Ρεμπέτικο - Τα μπλουζ των Ελλήνων».