Κουτσουρεμένη η 50χρονη Δημοκρατία μας σε κάθε περίπτωση. Οι παλιότεροι ξεχνούν, οι νέοι δεν γνωρίζουν: ρωτούν τα παιδιά σε σχολεία τι ήταν η δικτατορία, τι έγινε τότε και πρέπει να τους πούμε, πρέπει να θυμόμαστε - άνθρωποι που δεν θυμούνται δεν γίνονται ποτέ πολίτες. Και στο βιβλίο συγκέντρωσα διηγήματα για τον ίδιο αυτόν λόγο. Άλλη εποχή διανύουμε, που θέλει εγρήγορση και μαχητικότητα ξανά - τα έχουμε; Η Μνήμη είναι αποκούμπι και όπλο μαζί. Οφείλουμε να έχουμε καθαρό μέτωπο σ’ εκείνους που θέλουν να μας επιβάλουν τη Λήθη. Ή και τη διαστρέβλωση της Ιστορίας.
Με την επέτειο ανατρέχω και η ίδια ξανά στις ιστορίες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τα γεγονότα και τις ανατοποθετώ σε μια νέα συλλογή και άρα σε μια άλλη αναγνωστική προοπτική. Μαζί και πολλά ανέκδοτα. «Ο κοινός τους άξονας που συνδέει όλα τα διηγήματα της συλλογής είναι ότι πρόκειται για αναστοχαστικές ιστορίες πολιτικής και αισθηματικής ενηλικίωσης της λεγόμενης “γενιάς του Πολυτεχνείου”» έγραψε ο Κώστας Καραβίδας.
«Τότε δεν ξέραμε πως τίποτα δεν πορεύεται ευθύγραμμα, είχαμε ανάγκη να πιαστούμε από ελπίδες και περγαμηνές αντίστασης» λέει κάπου η ηρωίδα, ίσως εγώ η ίδια, βάζοντας έτσι στο επίκεντρο ακριβώς αυτό το πέρασμα από την εποχή των προσδοκιών, των ονείρων της νιότης, της προσμονής των ωραίων και υψηλών που θα μας συνέβαιναν, της βεβαιότητας, συχνά απόλυτης, ότι θα έρθει ένας καλύτερος κόσμος. Ήρθαν η ιδιώτευση, οι οδυνηρές διαψεύσεις, αν όχι τα αβυσσαλέα αδιέξοδα. Όχι μόνο τα πολιτικά, αλλά μαζί τους και παράλληλα τα τραύματα τα προσωπικά.
Η «Οδός Σόλωνος» μιλά για ιστορίες ανθρώπινων αληθινές, χωρίς να αδιαφορεί για τη μυθοπλασία - άλλωστε λογοτεχνία θέλω να γράψω και όχι χρονικό. Οι αναμνήσεις εισβάλλουν καθώς πυροδοτούνται από διάφορες αφορμές της καθημερινής ζωής, π.χ. από μια τυχαία συνάντηση ή το άκουσμα ενός τραγουδιού ή μια εικόνα πολιτικής μετάλλαξης του «τώρα» με ισχυρή τη δύναμη του συνειρμού. Έτσι, το τότε και το τώρα συνυπάρχουν στην αφήγηση. Είναι άλλωστε αυτός ο αγαπημένος μου τρόπος να γράφω, οι συνειρμοί γεμίζουν τα χαρτάκια της τσάντας μου ώσπου να ξεκαθαριστούν και να βρουν τη θέση τους στο γραπτό μου - όταν, και αν, η ώρα το φέρει. Έτσι, ένας ολόκληρος κόσμος πραγματικών ανθρώπων και αφανών ηρώων είναι κρυμμένος στο βιβλίο, από τους οποίους εμπνέονται και στους οποίους άλλωστε αφιερώνονται οι ιστορίες.
Είμαστε όμως σε μια καμπή δυσοίωνη: από την άνοδο της Ακροδεξιάς διεθνώς έως την αποψίλωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία ως το απόλυτο έγκλημα της γενοκτονίας των Παλαιστινίων ήταν, άραγε, πάντα έτσι; Η άμπωτις και η παλίρροια της Ιστορίας; Ίσως έρθουν πάλι μέρες αγώνων και ανατάσεων. Ίσως τίποτα δεν πήγε χαμένο…
* Η Νίκη Τρουλλινού είναι συγγραφέας

Ονειρο*
Θα τιμούσαν την επέτειο, είπαν. Πήγαν στη
Σχολή, όμως απέξω δεν ήταν η Σόλωνος,
έμοιαζε περισσότερο με κτίριο σε κάποια
συνοικία, ωστόσο το αμφιθέατρο μέσα ήταν ίδιο. Τη
φώναξε ο άνθρωπος της γραμματείας να της σφραγίσει
το βιβλιάριο σπουδών. Στην αίθουσα όταν μπήκε κάθισε
στην κορφή, ψηλά και πίσω. Όταν γέμισε η αίθουσα ανέ-
βηκαν οι ήρωες στο πάνελ, έτσι το λένε τώρα, κάθισε
δίπλα σε κάποιον άγνωστο: «{…} εσύ ποιος είσαι;», «ο μπάτσος, σας τις
έβρεξα στη σκάλα καθώς κατεβαίνατε, δάγκωσες τον
ώμο του διπλανού σου», «α, καλά, λιποθυμούσα μικρή
όταν έβλεπα αίμα, εσένα πώς σε λένε; πού θα σε βρω;»,
«έλα, μένω στην Πολιτεία, όπου ρωτήσεις, Μνημοφύλαξ,
σε ωραίο σπίτι μένω», πήρα ταξί, με άφησε σ’ ένα προάστιο
βρόμικο, με παμπάλαιες οικοδομές, υπόγεια, οι υπόνομοι
ανοιχτοί σε χωματόδρομους, {…} φάνηκε αυτός στην άκρη του κτιρίου,
εργάτης, παντελόνι σφιχτά δεμένο στη μέση με τη ζώνη,
φανελάκι βρόμικο και στο κεφάλι μαντίλι δεμένο σαν την
άτρακτο καραβιού, δυο κόμποι, ένας μπρος ένας πίσω,
σαν τον οικοδόμο σε παλιό πίνακα ζωγραφικής, «δεν
είμαι εγώ, φτωχός είμαι, φύγε, είσαι δικηγόρος; α, την
τέλειωσες τη σχολή, φύγε, ήρθαν τα ποντίκια απόψε,
να πάρεις λεωφορείο, εδώ δεν έχει ταξί, και τα λεφτά
σου άχρηστα, γράφεις όσα λέω; σε κωλόχαρτο; κομμά-
τια από φάκελο, χα χα, τίποτα δεν θα βγάζεις αύριο,
κωλόχαρτα, και τα γράμματά σου είναι της συμφοράς, χα χα,
φύγε, είχε πολλά ποντίκια απόψε».
Ξύπνησα. Ο άντρας μου στον νιπτήρα ξυρίζεται.
Ακούω το νερό, στο ξύρισμα πρέπει να τρέχει σιγά,
ομοιόμορφα, του χαϊδεύω την πλάτη, κατουράω και
καταπίνω το χάπι μου. Ύστερα, καθώς κατεβαίνω τη
σκάλα, τραβάω από το μυαλό μου τα χαρτάκια, έχω
αγωνία να βγάλω τα γράμματά μου, αυτά της νύχτας,
και να δεις, έρχονται κομματιασμένα με βλέννες μυελού,
σάλια σαλίγκαρου και στις άκρες μικροσκοπικά πένθιμα
χρυσάνθεμα.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Οδός Σόλωνος», εκδόσεις Ποταμός