Κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών βορειοδυτικά της Δαμασκού και μετά την κατάρρευση ενός κομματιού του δικτύου ύδρευσης, έρχονται στο φως μια σειρά κατακόμβες, ενδεχομένως της πρώτης μεταχριστιανικής περιόδου. Γραμμένες σε περγαμηνή, τοποθετημένη μέσα σε πήλινο κύλινδρο κατά πάσα πιθανότητα από λάσπη του Ευφράτη ο οποίος χρονολογείται από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, βγαίνουν στο φως είκοσι έξι επιστολές ενός γιου προς τη μητέρα του. Δίχως να ονοματίζονται, από τις νύξεις μόνο και τους υπαινιγμούς καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τον Ιησού ο οποίος απευθύνεται στην Παναγία. Οι επιστολές θεωρούνται πλαστές -«μια πρώιμη συγγραφική κλοπή ταυτότητας»- τόσο από τη Ρωμαιοκαθολική όσο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ρεαλιστική αυτή βάση είναι το πρόσχημα για να αναπτύξει ο ο Κυριάκος Χαρίτος τη μυθιστορία του στα «Γράμματα στην Παναγία». Έτσι κι αλλιώς, είναι από αυτούς που επιμένουν στη γνησιότητα των επιστολών και το βέβαιο είναι πως αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να θεωρηθεί πλαστό είναι η ποιότητα της γραφής με την οποία αποκαλύπτεται σταδιακά η περιπέτεια μιας ύπαρξης που στέκεται ανάμεσα στο θεϊκό και στο ανθρώπινο προσπαθώντας να πορευτεί εκπληρώνοντας μια αποστολή την οποία δεν επέλεξε αλλά που κατάφερε -ή που προσπάθησε τουλάχιστον- να βγάλει σε πέρας μέχρι το τέλος. Παρακολουθούμε τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις αμφιβολίες, την ευαλωτότητα, την περιπλάνηση του μυαλού, τις ανάγκες του σώματος του αφηγητή μέσω της εξομολόγησής του στη μητέρα του, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του, γνωρίζοντας πως η μοίρα του δεν μπορεί να συμβαδίσει με τη μοίρα κανενός άλλου. Τα «Γράμματα στην Παναγία» είναι ένα κείμενο ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις, καθώς είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς στο ποια ακριβώς είναι η πρόθεση του συγγραφέα. Κάτι όμως που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το κείμενο «επιβάλλεται» μέσω της γλωσσικής μαεστρίας του Χαρίτου: ένα ένστικτο ή μια καλά δουλεμένη γλωσσική ποιότητα που τον απαλλάσσει από καθετί περιττό ή εύκολο ή αναμενόμενο. Οι προτάσεις του ζυγιασμένες, με ωραίο ρυθμό που προσομοιάζει σε λόγο ποιητικό, πυκνά νοήματα και περίσσια συναισθημάτων. Ο συγγραφέας ξέρει να δημιουργεί με γνώμονα το συναίσθημα δίχως να το φοβάται. Κι αυτό γιατί δουλεύει μην ξεχνώντας ποτέ τον πυρήνα του: την ευαισθησία μπροστά στα ανθρώπινα. Αυτή είναι η φύση του, διά της ευαισθησίας αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Μέσω της πίστης στον Θεό προσπαθεί να ανακαλύψει τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν πιστεύει βαθιά και αδιαπραγμάτευτα. «Έφαγα προχθές ένα κεράσι, μάνα. Ένα τόσο δα μικρό κεράσι. Και είπα, ναι. Πιστεύω». Ο Χαρίτος προσπαθεί να μπει στη θέση του Θεανθρώπου αντιμετωπίζοντάς τον όμως περισσότερο ως άνθρωπο και λιγότερο ως Θεό. Η φθαρτή υπόστασή του είναι που τον ενδιαφέρει, σ’ αυτή εστιάζει. Ο Χριστός είχε σώμα, μας λέει. «Το σώμα μου, μάνα, είναι αυτό που μου είναι ολότελα ξένο μα και δικό μου. Παίρνει όμηρο το πνεύμα. Το άλογο του σώματος, που δεν έχει γκέμια. Που φοβάμαι να το ακολουθήσω πέρα από τα ασφαλή περιχαρακωμένα σύνορα μήπως και κατακρεουργηθώ στη φυγή του. Φοβάμαι να ξυπνήσει η σάρκα μου».
Ο αποστολέας των επιστολών -που δεν διευκρινίζεται αν αυτές βρήκαν τον αποδέκτη ή παρέμειναν ανεπίδοτες- παλεύει με τις επιθυμίες του. Παλεύει να αποδεχτεί τη μοίρα του. Την προδιαγεγραμμένη πορεία του από έναν κόσμο «ελαττωματικό», που όμως αγαπάει σε έναν κόσμο φασματικό, άγνωστο, υποσχόμενο και ξένο. «Θέλω, μάνα, κι αυτό είναι που υπογράφει την καταδίκη μου» λέει. Ένα «θέλω» σαν προσευχή και σαν συγγνώμη. Ένα «θέλω» γέφυρα με τους ανθρώπους. Το πνεύμα μοχθεί να καταλάβει και το σώμα μοχθεί να νιώσει. Πάντα με γνώμονα τον Άλλον άνθρωπο. Σπαρακτικός ο τόνος στην απεύθυνσή του στη μάνα/γυναίκα όπου αναρωτιέται πώς είναι η δική της ακίνητη στατική ζωή σε αντιδιαστολή με τη δική του περιπέτεια. «Δεν ξέρω πού πάω. Πού θα είμαι αύριο, αλλά γυρίζω τον κόσμο. Τον κόσμο που μου δόθηκε. Εσένα ποιος κόσμος σου δόθηκε; Αυτά τα δυο στενά; Ένα κιλίμι και ένα ζευγάρι καινούργια σανδάλια κάθε τέσσερα χρόνια;».
Ο αφηγητής ζει σε μια μεταιχμιακή εποχή, όπου ο παλιός κόσμος αντικαθίσταται από τον καινούργιο ο οποίος γεννά νέες θρησκείες και νέους Θεούς. Ακολουθούμε τα ίχνη της συνειδησιακής του πάλης καθώς προσπαθεί να οριοθετήσει -και μαζί να καταλάβει- τον εαυτό του. Κουβαλώντας πάνω του το βάρος των προσδοκιών ενός κόσμου ολόκληρου, ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει περισσότερο τη φθαρτότητα από ό,τι την αιωνιότητα. Δεν έχει απαντήσεις, το μόνο που λαχταρά είναι να βρει μια νέα γλώσσα - σαν νέα θρησκεία. «Εγώ τις λέξεις ήρθα να αναστήσω». Η λύτρωση θα είναι ο άνθρωπος. Μαζί και η συντριβή του.

Κυριάκος Χαρίτος
«Γράμματα στην Παναγία»
Εκδόσεις Πατάκη
Σελίδες 120
Τιμή: 9,90 ευρώ