Live τώρα    
Υπάρχει λόγος / Νανουρίζοντας μια κούκλα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Υπάρχει λόγος / Νανουρίζοντας μια κούκλα

135485423kanavouris.jpg

Γι’ αυτό γεννηθήκαμε; Για να μετράμε νεκρούς και να εξηγούμε την αγριότητα ενώ άνθρωποι φεύγουν για πάντα και μαζί μ’ αυτούς η δυνητική τους συμμετοχή στο ενδεχομενικό χάος της τυχαιότητας; Γι’ αυτό γεννηθήκαμε; Για να μετράμε νεκρούς πολέμων, να παρακολουθούμε, είτε ενεοί είτε ψοφοδεείς, μια γενοκτονία, πνιγμούς απελπισμένων, μια παγκόσμια συνεχή εκατόμβη των απροστάτευτων και να θρηνούμε (όσοι τέλος πάντων δεν κρύβονται πίσω από τον διαχωρισμό σε ημέτερους και αλλότριους νεκρούς, αρνούμενοι να αντικρίσουν τον θάνατο των «άλλων» ως τραγικό σύνθεμα μια φοβερής διαλεκτικής ενότητας) κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουμε τα σημεία εκκινήσεως, τα σημεία, θέλω να πω, απ’ όπου ξεκινάει ο θάνατος για να ερημώσει και να ερειπώσει;

Γιατί βέβαια κάθε εγκαταλελειμμένο σπίτι, κάθε ερειπωμένο σπίτι, κάθε βομβαρδισμένο σπίτι, με τα νεκρά παιδιά του, με τους νεκρούς γονείς του, με τους νεκρούς προγόνους του, με το νεκρό του παρελθόν και το νεκρό του μέλλον, με την τρομερή σιωπή του αποσιωπημένου εγκλήματος, μετατρέπεται σε «κάτι» που δεν υπήρξε ποτέ και το καθολικό μας «χθες» γίνεται φαντασιακό. Ένα αβυσσαλέα επινοημένο και τρομακτικά επιβαλλόμενο «πουθενά» όπου είναι αδύνατο να έχει φραγμό ο θάνατος. Το αντίθετο: από δω ξεκινάει. Γι’ αυτό γεννηθήκαμε όμως; Ήρθαμε στη ζωή για να μετράμε (πράγμα έτσι κι αλλιώς αδύνατο) τα σημεία ενός φαντασιακού της φρίκης απ’ όπου γεννιέται ο θάνατος;

Για να μετράμε τους νεκρούς και να καταγράφουμε «μπακαλίστικα» τις αιτίες σαν ψυχοδικαστές που απενοχοποιούν τους ενόχους; Ένα παιδί δολοφονήθηκε επειδή ζήτησε ένα κομμάτι ψωμί. Μια γυναίκα πέθανε από πείνα και φόβο. Οι άνθρωποι σφάζονται από τυραννικά καθεστώτα, αποφασίζεται η εξαφάνιση λαών και τόπων... και «αρκείτω βίος»; Είναι παράλογο! Όσο παράλογες είναι οι κούκλες που επιπλέουν πάνω από τα ναυάγια των απελπισμένων ή μέσα στους απέραντους ερειπιώνες της φρίκης, οι άταφες κούκλες πάνω από τα θαμμένα βρέφη της Γάζας σήμερα, κι αύριο ποιος ξέρει πού. Ο κούκλες ενός παιδιού που εξαχνώθηκαν χωρίς να βρεθούν για πάντα (για πάντα!) μήτε το κουφάρι τους μήτε το όνομά τους μήτε, όμως, και το μέλλον όλης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό γεννηθήκαμε;

Για να μετράμε τις άταφες κούκλες των παιδιών χωρίς όνομα, χωρίς ούτε ένα κτέρισμα αληθινής οργής στον ανελέητο θάνατό τους; Κι από πάνω τους να επιπλέει ο θηριώδης «πολιτισμός» της ανείπωτης αθωότητας, της θηριώδους αδιαφορίας, της ασυλλόγιστης σπατάλης που κάνει τα ανθρώπινα ξένα ανασκολοπίζοντας τον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης. Ο «πολιτισμός», δηλαδή, μιας ζωής πανάκριβα πληρωμένης με τον θάνατο των άλλων. Όλων των άλλων. Δεν γεννηθήκαμε γι’ αυτά. Δεν θα υπήρχε ο Λόγος αν ήταν έτσι.

Δεν γεννηθήκαμε σπρωγμένοι από τον θάνατο. Δεν γεννηθήκαμε για να πατήσουμε επί πτωμάτων αλλά για να περπατήσουμε «επί των κυμάτων» σώζοντας εαυτούς και αλλήλους. Δεν γεννηθήκαμε, θέλω να πω, μελλοθάνατοι αλλά για να ζήσουμε παντοτινά. Κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, που απαιτεί σκληρή δουλειά. Είναι σκληρή δουλειά να ζεις εναντίον του θανάτου. Να μην υποκύπτεις.

Αυτό είναι: να ζεις σ’ αυτόν τον πόλεμο με την εντροπία έχοντας μια ακέραια συνείδηση αιωνιότητας ανά πάσα στιγμή. Μια συνείδηση μέσα στην οποία ούτε χώρεσαν ούτε θα χωρέσουν ποτέ η σφαγή των αθώων και η θηριωδία κατάταξης των νεκρών σε κλίμακα. Τέτοια κλίμακα μονάχα την κατεβαίνεις μέχρι το μαύρο υπόγειο της οριστικής απανθρωπιάς. Δεν γεννηθήκαμε γι’ αυτό. Δεν γεννηθήκαμε για να μετράμε προς τα κάτω τα σκαλιά της απανθρωπίας. Αυτή η μέτρηση δεν έχει προορισμό. Αυτή η μέτρηση είναι ο θάνατος. Ο δικός μας θάνατος. Κι εμείς γεννηθήκαμε για να πεθαίνουμε παντού. Γεννηθήκαμε για να ζήσουμε παντού. Σε όλους τους τόπους, με όλους τους άπειρους τρόπους και τους άπειρους ανθρώπους.

Ωστε, ας μην είμαστε σπάταλοι με τον θάνατο και φειδωλοί με τη ζωή. Στο κάτω-κάτω, είναι οντολογικά παράλογη η καταμέτρηση του απροσμέτρητου: η καταμέτρηση ενός άνθους που μαραίνεται κι ενός ονείρου που παρέρχεται. Ας αγωνιστούμε λοιπόν τουλάχιστον για τα παιδιά που μαράθηκαν (όλα τα παιδιά) πριν προλάβουν να δουν το όνειρο μέσα στον ύπνο τους να περνάει και να φεύγει. Και να χάνεται. Απαλά. Νανουρίζοντας μια κούκλα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0