Live τώρα    
Εκδόσεις / Οταν η οργή γίνεται κινητήρια δύναμη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Οταν η οργή γίνεται κινητήρια δύναμη

Η οργή των μικρών ανθρώπων», το νέο μου μυθιστόρημα, πραγματεύεται αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος, την οργή των μικρών ανθρώπων. Γιατί εμείς, οι μικροί άνθρωποι, που δεν έχουμε εξουσία, δεν έχουμε αμύθητα πλούτη, δεν έχουμε ασφάλεια, δεν έχουμε ειρήνη, δεν έχουμε ουσιαστικά ελευθερία κρύβουμε σε ένα σκοτεινό κομμάτι του εαυτού μας μια οργή. Η οργή πιστεύω ότι είναι μία μεγάλη κινητήρια δύναμη που μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα αν υπάρξουν οι συγκυρίες, αν υπάρξει ένα όραμα, αν υπάρξει κάποιος που να μπορέσει να τη μετουσιώσει σε αγώνα προς όφελος της ανθρωπότητας. 
Κατάγομαι από την Κωνσταντινούπολη. Όπως όλοι εμείς οι ξεριζωμένοι έχουμε στο σκοτεινό βάθος του εαυτού μας μια οργή για τον ξεριζωμό, για τη μη αποδοχή του διαφορετικού, για όλα αυτά που μπορεί να κάνουν ανεπιθύμητο έναν ξένο εισβολέα, όπως χαρακτηρίζονταν τότε οι πρόσφυγες, με αυτές τις σκέψεις συνειρμικά οδηγήθηκα στη μελέτη της Επανάστασης του 1821 και όσο προχωρούσα σε βάθος τόσο πιο πολύ σιγουρευόμουν ότι με ενδιέφερε να ασχοληθώ με αυτό το θέμα. Γιατί; Γιατί εκεί ήταν συσσωρευμένη όλη η οργή των μικρών ανθρώπων και το κυριότερο ανακάλυψα τον ήρωά μου. Έναν μικρό άνθρωπο γεμάτο οργή, τον Θοδωράκη Κολοκοτρώνη, οργή για όλα αυτά που ανέφερα πιο πάνω αλλά και για την ύπουλη δολοφονία του πρωτότοκου γιου του Πάνου που ανέτρεψε την πορεία της χώρας. Τη στιγμή που έβραζε η Επανάσταση στον Μοριά ξέσπασαν σκοτεινά πάθη, μυστικές διεκδικήσεις, ανομολόγητοι έρωτες, που κατακρεούργησαν εκείνο το όραμα και οδήγησαν σε εμφύλιο πόλεμο. Στις 13 Νοεμβρίου του 1824 «αδελφικό χέρι» φυτεύει μία σφαίρα στον κρόταφο του Πάνου. 
Το μυθιστόρημα έχει αστυνομική δομή με συνεχείς ανατροπές. Ο οργισμένος πατέρας παίρνει στα χέρια του την υπόθεση αποκάλυψης του δολοφόνου του γιου του και μέσα από αυτή την οδύσσεια της έρευνας βιώνει ξανά όλη την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης από μία άλλη οπτική. Σχεδιάζοντας το μυθιστόρημα, έψαξα να βρω τις «αληθινές» αλήθειες, αυτές που μας κρυφοκοιτάζουν πίσω από την επίσημη εκδοχή της Ιστορίας. Και αυτές τις αλήθειες αποκαλύπτει ο ήρωάς μου, διακινδυνεύοντας ακόμη περισσότερο τη ζωή του, καθώς δεν διστάζει να αποκαλύψει τη συμμετοχή ακόμη και ολόκληρης της Ευρώπης. Είναι ένας οργισμένος ήρωας, οργισμένος για την αδικία, για τη σκλαβιά, για τη φτώχεια, για την εκμετάλλευση, για τον πόλεμο και για όλα όσα υφίστανται οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Συγχρόνως το μυθιστόρημα αποτελεί, θα ’λεγα, και ένα ψυχογράφημα του αντιφατικού μου ήρωα για το πώς ένας μικρός άνθρωπος φτιαγμένος από συνηθισμένο υλικό, επιθυμίες, όραμα, συνεχείς αμφιβολίες, ξέφρενη δράση, παθιασμένους έρωτες και οργή μετατράπηκε σε έναν μεγάλο ήρωα που οι άνθρωποί του τον πίστεψαν σαν θεό και η Ευρώπη τον φοβήθηκε σαν διάβολο. 
Ελπίζω αυτή η ιστορία να ενδιαφέρει τον αναγνώστη. Εγώ, όμως, αυτά τα πέντε χρόνια που πέρασα μαζί με αυτόν τον ήρωα νομίζω ότι άξιζε τον κόπο. Ήταν για μένα μία ωραία περιπέτεια. 

* Η Λεία Βιτάλη είναι συγγραφέας

 

 

 

Μια «αδελφική» δολοφονία*

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 1824. Μοριάς, Σιλίμνα.
Η κραυγή αντήχησε σε όλη την κοιλάδα. Σαν κραυγή θηρίου. Το καμπάνισμά της σκέπασε κάθε άλλο ήχο από ανθρώπινες φωνές, κρωξίματα πουλιών, καλπασμούς αλόγων. Ύστερα, ως ηχώ απ’ τα βουνά και τις χαράδρες, σκαρφάλωσε ψηλά, διαχύθηκε στον μολυβί ουρανό, τάραξε τα βαριά σύννεφα τρομάζοντας τους παρευρισκόμενους. Κι ύστερα κατέπεσε πάλι στη γη, χώθηκε στο μουσκεμένο απ’ τη βροχή χώμα και βουβάθηκε. Κι έτσι βουβή επέστρεψε στο σώμα του άντρα που τον αποκαλούσαν θηρίο, χύθηκε στο αίμα του, δάγκωσε τα σπλάχνα του, έγινε υγρή. Άρχισε να κατρακυλά από τα μάτια του σαν λεπτό ρυάκι, που έγινε χείμαρρος κι έπειτα οργισμένη θάλασσα. Κι ύστερα το βλέμμα του στέγνωσε και καρφώθηκε ορθάνοιχτο σ’ εκείνο το γυμνό σώμα ξαπλωμένο στη βρεγμένη γη. Το σεργιάνισε αργά σαν να το χάιδευε, και σταμάτησε στο τριαντάφυλλο στον κρόταφο του νεκρού. Κι αυτό το τριαντάφυλλο σαν να είχε υγροποιηθεί και είχε στάξει στο ωχρό μάγουλο και στο πιγούνι, είχε κυριεύσει το γυμνό στήθος, είχε βάψει κόκκινο σχεδόν όλο το κορμί. 
Ο άντρας που είχε βγάλει την κραυγή ακούμπησε μαλακά τα δάχτυλά του στον κρόταφο του νεκρού. Και με την αφή, την πιο αληθινή αίσθηση του ανθρώπου -όπως συνήθιζε να λέει-, ψαχούλεψε την τρύπα όπου φύτρωνε το τριαντάφυλλο. 
Κανένας δε μιλούσε, κρατούσαν όλοι την ανάσα τους. Περίμεναν χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι. Ή μήπως ήξεραν κι αυτό τους γέμιζε τρόμο; Σχεδόν ντρεπόντουσαν να κοιτάξουν το νεαρό κορμί που αφημένο άσκεπο πάνω στο χώμα έδινε ένα τέλος σε κάθε προσπάθειά τους να πραγματοποιήσουν όσα είχαν, μέσα στην οργή τους, ονειρευτεί.

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Η οργή των μικρών ανθρώπων», Εκδόσεις Πατάκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0