Τις τελευταίες ημέρες και με αφορμή τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) για την τύχη του μοναδικού μνημείου που έχει ανασκαφεί στην κορυφή του λόφου Παπούρα στο Καστέλι της Κρήτης αναζωπυρώθηκε ο διάλογος για την τύχη των αρχαιοτήτων στη χώρα και το διαχειριστικό μοντέλο που εφαρμόζεται.
Πριν από περίπου τριάντα χρόνια και με αφορμή την κατασκευή του αεροδρομίου «Ελ. Βενιζέλος» στα Σπάτα η αρχαιολογική κοινότητα βρέθηκε πρώτη φορά να αντιμετωπίζει το θέμα των αρχαιοτήτων που εμποδίζουν την κατασκευή ή τη λειτουργία αεροδρομίου. Τότε στην κορυφή του λόφου Ζάγανι εντοπίσθηκε και ερευνήθηκε ένας μοναδικός προϊστορικός οικισμός. Τα αρχαία, όπως γίνεται συνήθως, «εμπόδιζαν» για άλλη μια φορά την ανάπτυξη και η λύση που προκρίθηκε πάλι μετά τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ επί υπουργίας Ευαγ. Βενιζέλου ήταν η «ταπείνωση» του λόφου, με, υποτίθεται, όρους που θα εξασφάλιζαν τη μη καταστροφή του οικισμού, πράγμα που ασφαλώς δεν μπορούσε να γίνει, όπως δεν έγινε τελικά. Από τον μοναδικό οικισμό που, σύμφωνα με έγκριτους αρχαιολόγους ειδικευμένους στην αιγαιακή προϊστορία, παράλληλό του βρίσκουμε μόνο στους οικισμούς της Τροίας Ι και ΙΙ έχουν απομείνει ένα πρόπλασμα και κάποια δομικά υλικά, εγκιβωτισμένα Κύριος οίδε πού. Εννοείται ότι η προσφυγή που είχε κατατεθεί κατά της απόφασης για την «ταπείνωση» του λόφου απορρίφθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει με ασφάλεια πως η απόφαση 2300/1997 αποτελεί τον πρόδρομο παρόμοιων αποφάσεων που είδαμε στα επόμενα χρόνια για παρόμοιες περιπτώσεις, δηλαδή την προστασία και την ανάδειξη αρχαιοτήτων που βρίσκονται με αφορμή την κατασκευή μεγάλων δημόσιων έργων.
Αλλος ένας κρίκος στην ίδια αλυσίδα είναι οι περίφημες δηλώσεις του νυν υπουργού Υγείας κ. Γεωργιάδη για τους έξαλλους αρχαιολόγους που υποστήριζαν ότι μπορεί να βρεθούν αρχαία στους χώρους των εγκαταστάσεων του παλαιού αεροδρομίου στο Ελληνικό. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που οι δήθεν πολέμιοι του λαϊκισμού και συνάμα αρχαιολάτρες χρησιμοποιούν τα πιο λαϊκίστικα επιχειρήματα, διαστρεβλώνοντας ακόμα και τα αρχαιολογικά δεδομένα, όπως έχει συμβεί στην περίπτωση του Ελληνικού, για να εξυπηρετηθούν ιδιωτικά συμφέροντα.
Εχοντας, λοιπόν, τα προηγούμενα παραδείγματα κατά νου, αλλά ακόμα και την πρόσφατη τύχη του μνημειακού συνόλου που ερευνήθηκε στον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, όπου η απόσπαση και η επανατοποθέτησή του εν είδει αρχαιολογικής Disneyland παρουσιάζονται ως επιτυχία, η τύχη του συνόλου της Παπούρας μάλλον είχε προδιαγραφεί από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η ανασκαφική έρευνα. Η μοναδική κυκλική κατασκευή που έχει ανασκαφεί στην κορυφή του λόφου με χρήση από την προανακτορική ως την πρώιμη παλαιοοανακτορική περίοδο απαιτεί ικανό χρόνο για να μελετηθεί και ασφαλώς ακόμα περισσότερο για να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την ανάδειξή της και τη δημιουργία ενός οργανωμένου αρχαιολογικού χώρου. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως όταν έγινε αντιληπτή η σημασία της συγκεκριμένης θέσης, υπήρξαν πολιτικές διαβεβαιώσεις από τα συναρμόδια υπουργεία ΥΠΟΜΕ και ΥΠΠΟ πως θα ληφθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να μην υπάρξει βλάβη στις αρχαιότητες. Οι αναλογίες μεταξύ της παλιάς υπόθεσης στο Ζάγανι και της Παπούρας είναι εντυπωσιακές. Και στις δύο περιπτώσεις τα αρχαία εμπόδιζαν την κατασκευή-λειτουργία των νέων αεροδρομίων, θα αναζητούνταν η καλύτερη λύση στο όνομα της διάσωσης των αρχαιοτήτων και τελικά στη μία συντελέστηκε η καταστροφή των αρχαιοτήτων, ενώ στην Παπούρα βρισκόμαστε μπροστά σε επικείμενη άμεση και έμμεση βλάβη του μνημείου, καθώς για άλλη μια φορά υπάρχει μία και μοναδική τεχνική λύση. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν όλοι όσοι βλέπουν ως μοναδική λύση χωροθέτησης των ραδιοβοηθημάτων για τη λειτουργία του νέου αεροδρομίου σημεία που απέχουν μόλις 20 μέτρα από το μνημείο. Η ίδια η εγκατάσταση των ραδιοβοηθημάτων για να γίνει προϋποθέτει μεγάλης κλίμακας διαμορφώσεις του λόφου όπου βρίσκεται το μνημείο και, ω της συμπτώσεως (!), πάλι «ταπεινώσεις».
Με δεδομένη τη σπανιότητα της κατασκευής που βρέθηκε στην κορυφή του λόφου θα περίμενε κανείς να είχαν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια για να προστατευθούν το μνημείο αυτό καθαυτό αλλά και συνολικά ο αρχαιολογικός χώρος, που ασφαλώς δεν είναι μόνο το σημείο όπου εντοπίζεται η κατασκευή, αλλά συνολικά όλος ο λόφος με τα υλικά του ίχνη που σχετίζονται με την παρουσία του ανθρώπου χιλιάδες χρόνια από σήμερα. Αντίθετα, η λύση που προκρίνεται διακυβεύει την ασφάλεια του μνημείου και ασφαλώς δεν διασφαλίζει την ολοκληρωμένη και απόλυτη προστασία του. Αυτή θα τη διασφάλιζαν έργα που θα στόχευαν στην προστασία, στη συντήρηση, στην ανάδειξη και στη δημιουργία εντέλει ενός οργανωμένου αρχαιολογικού χώρου, επισκέψιμου τόσο σε μελετητές όσο και στο κοινό. Αλλά είναι φανερό ότι πολιτική βούληση από την κυβέρνηση για κάτι τέτοιο δεν υπάρχει.
* Ο Δέδες Λιώνης είναι αρχαιολόγος