Εξι χρόνια μετά το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης επανεμφανίζεται με το «Θα πέσει η νύχτα», ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα στο οποίο, σελίδα τη σελίδα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, χτίζει την ιστορία μιας οικογενειακής σάγκα που διαβιώνει στον Θεσσαλικό Κάμπο, αλλά τα μέλη που την απαρτίζουν, όπως και άλλα πρόσωπα που τους περιβάλλουν, απλώνονται και σε άλλους τόπους: σε καλοβαλμένες αλλά και υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας, στις Σκουριές και στα δάση της Χαλκιδικής, στο ύψωμα 731 της Αλβανίας και στα ελληνόφωνα χωριά της.
Η πλοκή εκτυλίσσεται τα χρόνια 2021 έως 2023, αφορά δηλαδή την Ελλάδα του σήμερα, αλλά, όπως είναι φυσικό, υπάρχει πάντα ένα παρελθόν το οποίο αντικατοπτρίζεται στο παρόν και, πολλές φορές, προοικονομεί το μέλλον. Κεντρική φιγούρα του μυθιστορήματος είναι ο επιχειρηματίας Λευτέρης Διαμαντόπουλος, απόγονος μιας δυναστείας η οποία έχει κυριαρχήσει δεκαετίες τώρα στον Θεσσαλικό Κάμπο. Ο Διαμαντόπουλος είναι ένας ήρωας με βάθος και αντιφάσεις - αν και ο πιο ολοκληρωμένος και ενδιαφέρων ήρωας, λόγω εσωτερικών συγκρούσεων και ατελειών, είναι ο Βαγγέλης, ξάδελφος του Διαμαντόπουλου. Δεν είναι τυχαίο πως στο κομοδίνο του έχει μονίμως ένα βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη -κάτι που θα μπορούσε να φαντάζει γκροτέσκο ή άτοπο, αλλά εντάσσεται με μαεστρία ως στοιχείο του χαρακτήρα του-, στο οποίο καταφεύγει όταν θέλει να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του. Γύρω από αυτό το κεντρικό πρόσωπο υπάρχει μία πλειάδα άλλων προσώπων από διάφορες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές τάξεις που, με κάποιον τρόπο και όσο προχωρά η αφήγηση, συμπλέκονται μαζί του. Άνθρωποι διαφόρων ιδιοσυγκρασιών και αξιακών κωδίκων που οι παράλληλες ιστορίες τους συγκλίνουν εντέλει και συνδέονται, την πορεία των οποίων ο συγγραφέας αναπτύσσει δίχως να αγωνιά ή να βιάζεται, δίνοντας χώρο στους ήρωές του να αναπνεύσουν, δημιουργώντας ενδελεχή πορτρέτα τελείως διαφορετικών μεταξύ τους προσώπων με οξυδέρκεια, επιμονή στη λεπτομέρεια και παρατηρητικότητα. Η παρατηρητικότητα του Τζαμιώτη και το πώς την εκμεταλλεύεται συγγραφικά είναι υποδειγματικά. Δεν του ξεφεύγει τίποτα. Και τίποτα δεν αφήνει να πάει χαμένο. Οι πολυσέλιδες περιγραφές του βρίσκουν όλες τον στόχο τους: Τοποθετεί τους ήρωές του στον τόπο, στον χρόνο και στην εποχή τους -είναι φανερό ότι τον ενδιαφέρουν πολύ το σήμερα και οι συγκαιρινοί του-, ανατέμνοντας συγχρόνως το ηθικό έρμα, τις εσωτερικές εκείνες δυνάμεις που τους κάνουν αυτό που είναι. Η ατομική συνείδηση είναι μέρος μιας συλλογικής συνείδησης. Τα ατομικά ψεύδη είναι το ίδιο επώδυνα με τα συλλογικά. Ή είναι μέρος τους. Το πώς διαμορφώνεται ή, μάλλον, το πώς σε βάθος χρόνου έχει διαμορφωθεί η συνείδηση που απαρτίζει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι αυτό απασχολεί τον συγγραφέα. Και ενώ είναι φανερό πως πάσχει κι ενώ δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω, όλες οι παθογένειες, όλα τα κακώς κείμενα, όλες οι στρεβλώσεις, όλη η ανάγκη της εξουσίας να μείνει ανέγγιχτη, όλη η κακοποίηση του περιβάλλοντος, όλη η εκδικητική μανία της φύσης, ενώ όλα αυτά αποτελούν μέρος του υλικού του, ελέγχει πλήρως την οργή του -χωρίς να φοβάται να τη δείξει-, μεταλλάσσοντάς τη σε πεζογραφία υψηλής μεν θερμοκρασίας αλλά και υψηλής λογοτεχνικότητας. Σύμμαχός του σε αυτό η αστόλιστη και ρωμαλέα γλώσσα του.
Ο Κ. Τζαμιώτης πιστεύει στη δύναμη της «καθαρής» αφήγησης. Είναι φανερό πως θέλει να γράψει μια «απλή» ιστορία. Εντέλει καταφέρνει να γράψει για μια μεταβατική σκοτεινή εποχή, πετυχαίνοντας οι προσωπικές περιπέτειες των ηρώων να αντικατοπτρίζουν τις ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές της χώρας και θέτοντας με τη σειρά του φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα. «Ο μυθιστοριογράφος διδάσκει τον αναγνώστη να κατανοεί τον κόσμο ως ερώτημα. Υπάρχουν σοφία και ανεκτικότητα σ’ αυτή τη στάση» είχε πει ο Μίλαν Κούντερα σε μια συνέντευξή του στον Φίλιπ Ροθ. Τη δική του σοφία καταθέτει ο Τζαμιώτης. Το δικό του ερώτημα. Και όσο κι αν προϊδεάζει για την τελική κατάληξη -άξιο φινάλε μιας τέτοιας αφήγησης- από την επιλογή ακόμη του τίτλου, μοιάζει να πιστεύει πως όλα είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Όμως το ενδιαφέρον του εστιάζεται πάντα στις γκρίζες ζώνες. Σ’ εκείνη τη ζώνη του λυκόφωτος όπου τίποτα δεν μοιάζει να έχει κριθεί ακόμα, όπου ο άνθρωπος στέκεται έκθετος μπροστά στις επιλογές του, με μόνο του σύντροφο το ηθικό του ανάστημα. Οι σελίδες με τους άταφους νεκρούς του Ελληνοϊταλικού Πολέμου είναι συγκλονιστικές. Μόνη ένσταση οι ερωτικές σκηνές, όχι λόγω συχνότητας, αλλά επειδή δεν ξεφεύγουν από κάποια κλισέ -άλλωστε οι ερωτικές σκηνές εύκολα «καταπίνουν» ουκ ολίγους σπουδαίους δημιουργούς- και επειδή μοιάζουν περισσότερο με αντρικές φαντασιώσεις: Ξαφνικά ο πανεπόπτης τριτοπρόσωπος αφηγητής προδίδει το φύλο του.
Οπως και να ’χει, ο Κ. Τζαμιώτης γράφει ένα μεγάλο σε όγκο, συγγραφική πρόθεση, λογοτεχνικότητα και αποτέλεσμα μυθιστόρημα. Θα διαβάζεται το έργο του. Θα αποκαλύπτεται διαρκώς.

info
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης,
«Θα πέσει η νύχτα»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σελίδες 720
Τιμή: 22 ευρώ