Ποιος είναι, άραγε, ο γνωστός μας - άγνωστος πολύτροπος Οδυσσέας; Μια αντιπαραβολή με τον Αχιλλέα θα ήταν χρήσιμη. Ο Αχιλλέας της «Ιλιάδας» εκπροσωπεί τον «χρυσό» άνθρωπο της επικής εποχής, το ιδανικό του οποίου είναι να πέσει στη μάχη πολεμώντας ηρωικά και να αφήσει το όνομά του δοξασμένο στους αιώνες. Αυτός είναι, με όλα τα ανθρώπινα ελαττώματά του, ο «Άριστος των Αχαιών», τραγικός εντέλει Αχιλλέας. Απέναντι στο μέγεθος «Αχιλλέας» ο Οδυσσέας, με τα δικά του ελαττώματα, μοιάζει «μικρός», αλλά δεν είναι. Το ιδανικό του, ο Νόστος, ο πόθος επιστροφής στο σπίτι, σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει αντιηρωικό. Συναντά, όμως, στην πράξη τόσες δυσκολίες, σταλμένες από θεούς και δαίμονες για τις «αμαρτίες» του Οδυσσέα, έτσι ώστε το ηρωικό στοιχείο ξαναμπαίνει σχεδόν λαθραία στο έπος.
Ο Οδυσσέας, παρότι δεν γίνεται ποτέ τραγικός ήρως, διασώζει ωστόσο το ηρωικό ήθος που καθιστά τραγικό το ταξίδι επιστροφής του. Στις τελευταίες ραψωδίες, ιδίως, ζ-η-θ που απαρτίζουν τον κορμό της παράστασης του Μιχαήλ Μαρμαρινού η αυτοπρόσωπη αφήγηση των παθημάτων του μπροστά στον βασιλιά Αλκίνοο και στην ακολουθία του μεταμορφώνει τον Οδυσσέα σε επικό ποιητή τους. Αυτά συμβαίνουν λίγο πριν από το αιματηρότατο τέλος της «μνηστηροφονίας», με την επιστροφή-πτώση του Οδυσσέα από το «όνειρο» στην πραγματικότητα της βίας και της ανάγκης. Και όπου χρειάζεται η θεά Αθηνά παρεμβαίνει για να μην χυθεί άλλο αίμα. Θυμίζοντάς μας έντονα το τέλος της αισχυλικής τριλογίας της «Ορέστειας». Το τραγικό έχει παρεισφρύσει στον κόσμο του ηρωικού έπους.
Απέναντι στην προσπάθεια του Μιχαήλ Μαρμαρινού να μας φέρει σε επαφή με τον κόσμο του Οδυσσέα είμαι βασικά θετικός. Η διασκευή και η σκηνοθεσία του σέβονται το κείμενο, στη μοναδική, εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, παρά τη μη αναγκαία παρεμβολή χωρίων της «Αινειάδας» του Βιργίλιου, που ωστόσο δεν επηρεάζουν κρίσιμα το γενικό αποτέλεσμα. Η ομορφιά του έπους βρίσκεται στον λόγο που γεννά αυτομάτως τις εικόνες στη «μέσα όψη» του ανθρώπου. Ο Μ. Μαρμαρινός μεταφέρει τον ομηρικό λόγο σε έντονες εικόνες, που δεν θα τις ονόμαζα έντεχνες λαϊκές, αλλά χειροποίητες λόγιες ζωγραφιές, στο μέτρο πάντα του δυνατού. Όπου δεν είναι δυνατή η μεταφορά του λόγου κατ’ αναλογία, ο σκηνοθέτης επινοεί δομές υποκατάστασης οι οποίες λειτουργούν ως ενισχυτές, κάτι που είναι πλεονέκτημα και μειονέκτημα συγχρόνως επειδή μεγαλώνει την εικόνα και μειώνει την εμβέλεια.
Μια πολυμελής ομάδα ισοκέφαλων ηθοποιών αποτελεί τη βάση στήριξης της παράστασης, με πρώτο τον ικανό και πειστικό Χάρη Φραγκούλη στον ρόλο του Οδυσσέα. Η Κλέλια Ανδριολάτου είναι μια πολύ υποσχόμενη Ναυσικά, της οποίας ο κομβικός ρόλος -το μικρό κορίτσι που ερωτεύεται τον Οδυσσέα μέσα από την αφήγηση των παθών του, όπως η Δεισδαιμόνα ερωτεύτηκε τον Μαύρο στο «όνειρο» ενός μεταγενέστερου ποιητή- δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε από τη σκηνοθεσία.
Ο χορός των κοριτσιών (χορογραφία της Gloria Dorliguzzo) τραβούσε σε μάκρος και θα ήθελε, νομίζω, ποιητικότερη προσέγγιση. Ο Αλκίνοος του Χρήστου Παπαδημητρίου και η Αρήτη της Έλενας Τοπαλίδου δίνουν πειστικά με λόγο γνώσης το βασιλικό ζευγάρι της Φαιακίδας. Η θεά Αθηνά μοιράζεται ισοδύναμα από τις καλές Κλειώ-Δανάη Οθωναίου και Ηλέκτρα Γωνιάδου. Ο Κωστής Καπελλίδης, σε πέντε ξεχωριστούς ρόλους, διακρίνεται. Οι ηθοποιοί Γαλάτεια Αγγελή, Ερατώ Μαρία Μανδαλενάκη, Χριστίνα Μπακαστάθη, Στέλλα Παπανικολάου, Γιάννης Χαρίσης, Φωτεινή Τιμοθέου, Νίκος Καπέλιος, Γιάννης Βάρσος, Νικόλας Γραμματικόπουλος, Νεκτάριος Θεοδώρου, Νίκος Κουκάς, Τίτος Μακρυγιάννης, Γιάννης Τομάζος εντάσσονται οργανικά στο σύνολο, καθένας με τη δική του προσωπικότητα.
Από το τραγούδι, δεν συμφωνώ με τον μονομερώς υψίφωνο τρόπο απόδοσης του λυρικού μέρους από τη μέτζο-σοπράνο Λένια Ζαφειροπούλου, σε μουσική διδασκαλία του Παναγιώτη Μπάρλα και σύνθεση του Άντη Σκορδή, παρότι εκτιμώ την ίδια ως ηθοποιό, μουσικό και τραγουδίστρια. Η αρχαιοελληνική μουσική, από όσα γνωρίζουμε και υποστηρίζει ο διαπρεπής μουσικολόγος Θρασύβουλος Γεωργιάδης, βασίζεται κυρίως στο ομαδικό ηχορυθμικό υπόστρωμά της, στο «μέλος» και όχι στο ύψος της φωνής. Μουσικοί επί σκηνής (τσέλο), οι καλοί Εύη Καζαντζή, Άλμπα Λυμτσιούλη, Αλίκη Μάρδα. Σκηνικά του Γιώργου Σαπουντζή, κοστούμια της Ελευθερίας Αράπογλου, μάσκες της Μάρθας Φωκά είναι ενταγμένα στο σύνολο. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ.