Εντυπωσιακή, πράγματι, η χυδαιότητα των διαλόγων που αποκαλύπτονται για το πώς γινόταν το νταραβέρι στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εντυπωσιακή, όμως, μονάχα για την αποκάλυψη. Γιατί η χυδαιότητα η ίδια είναι η κυρίαρχη εκδοχή Λόγου στις μέρες μας. Για την ακρίβεια, η χυδαιότητα της έλλειψης Λόγου, που με τη σειρά της σημαίνει την απουσία δημόσιου χώρου. Είναι φυσική συνέπεια η ασφυξία του Λόγου, όταν ο δημόσιος χώρος από καταστολή σε καταστολή (και δεν εννοώ μονάχα την αστυνομική) έχει περιοριστεί σε σημείο σχεδόν εξαφάνισης. Δεν υπάρχει χώρος για να ειπωθεί το πραγματικό. Κι έτσι, με τη σειρά του, το πραγματικό υποχωρεί και τη θέση του καταλαμβάνει ένα είδος στριμωγμένης συνήθειας στην υποταγή, ένα είδος κουρασμένης αδιαφορίας που δεν παράγει σχέσεις, άρα δεν παράγει πεδίο σύνθεσης ετεροτήτων, δηλαδή προϋπόθεση δημιουργίας Λόγου.
Τι ακριβώς μας λένε οι διάλογοι αυτής της ασύδοτης και γενικευμένης κλεπτοκρατικής κατάστασης στη συγκεκριμένη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ; Τίποτα καινούργιο, τίποτα διαφορετικό από την κυρίαρχη μορφή Λόγου που καθημερινά αναδύεται από τη γενική καταστατική συνθήκη της πραγματικότητας. Από την επηρμένη αλαζονική χυδαιότητα του πρωθυπουργικού λόγου, η οποία λειτουργεί ως μέγγενη κυριαρχίας και φοβική χειραγώγηση, μέχρι την απίστευτη εισαγγελική αγόρευση στη δίκη του Φιλιππίδη που αγγίζει τα όρια του παραλόγου με την ασύδοτη, ανεξέλεγκτη και, προπαντός, ανέλεγκτη θεσμοποιημένη κανονικότητά της. Αυτό το γενικό «δεν δίνω λογαριασμό» που έχει καταλάβει τα πάντα. Ο λογαριασμός, όμως, από τον Λόγο προέρχεται. Σημαίνει πληρωμή. Σημαίνει συναίσθηση ευθύνης, ανάληψη λογοδοσίας και συνείδηση δικαιοπραξίας, η οποία δεν αφορά ατομικότητες και μόνον, αλλά συμμετοχή στο άπειρο πλέγμα συμπράξεων που συμβαίνουν στον δημόσιο χώρο. Όταν αυτός υπάρχει. Όταν υπάρχει χώρος για χειρονομία που θα δημιουργήσει την κοινότητα, ακόμα και στις συγκρούσεις της. Όταν υπάρχει χώρος ακόμα και για σιωπή. Για τη σιωπή εκείνη, όμως, η οποία παίρνει ισότιμα μέρος στη διαμόρφωση των όρων της συνύπαρξης. Όχι για την απειλητική σιωπή της σκοτεινής βεβαιότητας ότι διαρκώς κάτι συμβαίνει εις βάρος μας. Κάτι που δεν μπορούμε να καθορίσουμε, κάτι που «είναι» χωρίς σάρκα και οστά, μονάχα με μια ακαθόριστη φοβερή αίσθηση πείνας.
Και όταν, κάποιες στιγμές, μια ξαφνική ριπή ανέμου (ακόμη η φύση επιφυλάσσει εκπλήξεις…) φανερώνει μια παρωνυχίδα σχήματος, τότε ένα πρόσχημα Λόγου μοιάζει να αναδύεται μ’ ένα χλωμό φως από την τριβή με το γεγονός. Και ύστερα σβήνει. Το σκοτάδι έχει τη δική του δυναμική. Και τη δική του πείρα. Και τη δική του προνοητικότητα. Είναι η προνοητικότητα που κάνει την Τράπεζα Πειραιώς να κερδίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως από το μοίρασμα των γεωργοκτηνοτροφικών επιδοτήσεων λόγω κυβερνητικών αποφάσεων, ενώ θα μπορούσαν αυτά τα χρήματα να διανέμονται από δημόσιο φορέα. Είναι η προνοητικότητα του σκοτεινού, αυτής της γενικής χυδαιότητας που επιβάλλει το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (αν σκεφτούμε την κατάσταση του ΕΣΥ, των συντάξεων κ.λπ., αντιλαμβανόμαστε τη χυδαιότητα με την οποία έχει επικαλυφθεί η έννοια της ασφάλισης), ναρκοθετώντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, δηλαδή τον δημόσιο χώρο.
Αυτή τη στιγμή ο δημόσιος χώρος είναι ασφυκτικά άδειος. Όχι κενός, άδειος. Γέμισε με μια αστραπή Λόγου στις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη και ύστερα πάλι η φοβερή αντήχηση του άδειου που επαναλαμβάνει τον εαυτό του και τίποτε άλλο. Το άδειο των 30.000 ψήφων στον Κώστα Καραμανλή των Τεμπών και των 60.000 ψήφων στον Άδωνη Γεωργιάδη του υπουργείου Ανάπτυξης τον καιρό που στηνόταν το Ταμείο Ανάκαμψης (καλομελέτα κι έρχεται…). Το άδειο της ακυρολεξίας στον αντιπολιτευτικό Λόγο που μοιάζει να έχει αποστραγγίσει και την τελευταία ικμάδα των λέξεών του από τη στρόφιγγα της θεσμικής χυδαιότητας την οποία έχει αποδεχτεί. Ή μήπως αυτό δεν είναι μέρος της χυδαίας απουσίας Λόγου; Μιας απουσίας που ούτε το μέγιστο έγκλημα με ισχύ αιωνιότητας που συμβαίνει στη Γάζα δεν κατόρθωσε να ταράξει.
Θα θυμηθώ και πάλι την Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886): «Σε μια στιγμή, κανείς δε χάθηκε/ Αργά γλιστράς στη Συντριβή». Αυτό συμβαίνει: συντριβή. Ποιος, όμως, θα πει στ’ αλήθεια ότι νιώθει συντριμμένος; Ως ύπαρξη. Ως Λόγος...