Live τώρα    
Kessoncoda / Βιώνουμε τη μουσικής μας ως κάτι ζωντανό και εξελισσόμενο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Kessoncoda / Βιώνουμε τη μουσικής μας ως κάτι ζωντανό και εξελισσόμενο

k
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Οι Kessoncoda είναι ένα βρετανικό δίδυμο που αποτελείται από τον πιανίστα/κιμπορντίστα Filip Sowa και τον ντράμερ Tom Sunney. Η οργανική μουσική που δημιουργούν στο στούντιό τους, το οποίο βρίσκεται στον κήπο του σπιτιού του δεύτερου στο Λονδίνο, δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο εκλεκτική, καθώς αντλεί την έμπνευσή της από ένα μεγάλο εύρος συχνά αντιφατικών μεταξύ τους ιδιωμάτων, συνδυάζοντας επιπλέον τα ακουστικά με τα ηλεκτρονικά όργανα. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, ότι βρήκαν φιλόξενη δισκογραφική στέγη στην πιο «ανήσυχη» ίσως ως προς το ρεπερτόριο της jazz εταιρεία της Αγγλίας, στην Gondwana Records, την οποία εκπροσωπεί στη χώρα μας η AN Records. Το πρώτο album τους «Outerstate», που κυκλοφόρησε πριν από περίπου ένα χρόνο, απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές και τους τοποθέτησε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για τη νέα βρετανική jazz σκηνή.

Οι Kessoncoda βρέθηκαν στην Ελλάδα για να εμφανιστούν στο Athens Jazz Festival στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και παρέμειναν μερικές ημέρες μετά από αυτό κάνοντας διακοπές. Στη διάρκειά τους ο F. Sowa μίλησε αποκλειστικά στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για τη νέα βρετανική jazz σκηνή, της οποίας είναι μέλος η μπάντα, και το πώς μετασχηματίζει άκρως δημιουργικά το ιδίωμα για τον 21ο αιώνα, αλλά και για τη συνεχή αλληλεπίδραση του έργου τους με τις κοινωνικές συνθήκες

 

Τι σημαίνει το παράξενο, ιδιαίτερα για τον χώρο της jazz, όνομά σας;

Στην πραγματικότητα τίποτα συγκεκριμένο, είναι μια λέξη που επινοήσαμε παίζοντας με το όνομα του φιδιού ανακόντα. Ίσως υπονοεί κάτι που είναι πολύ δύσκολο να χαρακτηρίσεις και να κατηγοριοποιήσεις, αλλά πολύ περισσότερο μας ενδιέφεραν ο ήχος του, η ακουστική αίσθηση που αφήνει, παρά το νόημά του.

Πώς γνωριστήκατε, ήσασταν παιδικοί φίλοι ή αυτό έγινε διά μέσου της μουσικής;

Συνέβησαν και τα δύο, ήμασταν συμμαθητές και στην εφηβεία μας αρχίσαμε να παίζουμε μαζί μουσική, ξεκινώντας με συγκροτήματα ανεξάρτητου (indie) rock.

Θεωρείτε τους Kessoncoda jazz σχήμα;

Αγαπάμε την jazz και ακούμε πολλή από αυτήν, αλλά δεν θα λέγαμε ότι είμαστε ένα αμιγώς τέτοιο συγκρότημα. Είναι βέβαια μια από τις βασικές επιρροές μας, όπως επίσης όμως είναι το rock, η electronica και οι πιο χορευτικές φόρμες της και η κινηματογραφική μουσική. Αυτό ισχύει και για αρκετά ακόμα ονόματα της εταιρείας μας, της Gondwana Records.

Θα έλεγες ότι στην Αγγλία υπάρχει μακρά παράδοση πειραματισμών και μεταλλάξεων της jazz, αρχίζοντας με την acid jazz της δεκαετίας του ’80, συνεχίζοντας με τη nu jazz electronica της δεκαετίας του ’90 και φτάνοντας στο σήμερα;

Σίγουρα υπάρχει μια γραμμή που συνδέει την acid jazz με ονόματα όπως ο Squarepusher ή οι Red Snapper, οι οποίοι συνδύαζαν ακουστικές ενορχηστρώσεις με ηλεκτρονικούς ρυθμούς, και αυτά με το ρεπερτόριο της Gondwana, τους Portico Quartet, τους GoGo Penguin αλλά και εμάς.

Εκτός από την επίδραση της κινηματογραφικής μουσικής που τονίζετε και οι ίδιοι, διακρίνω και μια έντονη ambient αίσθηση στη μουσική σας. Συμφωνείς με αυτό;

Ναι, για εμάς ένα καλό soundtrack και η ουσιώδης ambient είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μπορεί στην ambient η έμπνευση να μην προέρχεται από εικόνες, αλλά σε αμφότερες τις περιπτώσεις δημιουργείς ηχοτοπία με υποβλητική και έντονη ατμοσφαιρικότητα.

Στο επίκεντρο της μουσικής σας, ακόμα και της σχέσης μεταξύ των οργάνων σας είναι ο ρυθμός, έτσι δεν είναι;

Ναι, ξεκίνησα σαν μπασίστας και στα πρώτα συγκροτήματα που παίζαμε μαζί με τον Tom αποτελούσαμε τη rhythm section, η μουσική σχέση μας θεμελιώθηκε στον ρυθμό. Όταν σχηματίσαμε τους Kessoncoda, το παίξιμό μου στο πιάνο ήταν κατά βάση ρυθμικό, και τα περισσότερα κομμάτια μας ξεκινούν από μια ρυθμική ιδέα. Στη συνέχεια αφήνουμε μια όμορφη μελωδική ιδέα να αναπτυχθεί αυθόρμητα γιατί μας αρέσουν πολύ και οι απλές αλλά ισχυρές μελωδίες.

Τα ηλεκτρονικά όργανα είναι και μέσα σύνθεσης για σας ή μόνο για να εμπλουτίζετε τις ενορχηστρώσεις; Τα χρησιμοποιείτε και ρυθμικά ή μόνο μελωδικά;

Αρχικά, χρησιμοποιήσαμε synthesizers και άλλα ηλεκτρονικά keyboards κάνοντας πειραματισμούς για το πώς συνδυάζονταν με το ακουστικό πιάνο και σιγά-σιγά μάθαμε να αξιοποιούμε τα ηχοχρώματά τους για να κάνουμε πιο ποικίλες και πλούσιες τις ενορχηστρώσεις μας. Στην πορεία όμως, και ειδικά στις συναυλίες μας ανακαλύψαμε ότι μας οδηγούσαν και σε νέους συνθετικούς δρόμους, και αυτή είναι μια κατεύθυνση που θέλουμε να εξερευνήσουμε περισσότερο στο μέλλον. Ρυθμικά τα χρησιμοποιούμε σε κάποια σημεία των ζωντανών εμφανίσεών μας γιατί ομολογουμένως διευκολύνουν σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά στην καρδιά του ρυθμού βρίσκονται πάντα τα φυσικά κρουστά του Tom.

Σε κάποια κομμάτια του album συμπράττουν και κάποιοι άλλοι μουσικοί και μάλιστα κυρίως συμφωνικών οργάνων, συγκεκριμένα μια jazz σαξοφωνίστρια, μία σολίστ του βιολιού και ένας του βιολοντσέλου. Πώς προέκυψε αυτό;

Η αλήθεια είναι ότι λίγο-πολύ ήταν άνθρωποι που γνωρίζαμε από την περίοδο των σπουδών μας και απλώς θέλαμε να συνεργαστούμε μαζί τους (γέλια). Διαπιστώσαμε όμως ότι τα ηχοχρώματα των οργάνων τους πρόσθεταν πολλά στα κομμάτια που συμμετείχαν.

Παρότι δεν φαίνεται σε πρώτο επίπεδο, θα έλεγες ότι η αφροαμερικανική μουσική παράδοση, η soul, το funk και όλα τα ανάλογα ενυπάρχουν στη μουσική σας;

Νομίζω ότι η soul και το funk υπάρχουν στο σύνολο της μουσικής του σήμερα είτε το συνειδητοποιούν οι δημιουργοί της είτε όχι. Ένα από τα χαρακτηριστικά της νέας γενεάς μουσικών, ειδικά στην Αγγλία, είναι ότι όλα αυτά, ακόμα και η reggae, η μουσική μας ιστορία έχει πια χαραχθεί στην κυτταρική μνήμη μας. Αντλούμε κατά βούληση τμήματα από αυτήν και τα αξιοποιούμε με νέους, περισσότερο ή λιγότερο πρωτότυπους τρόπους, αντιμετωπίζοντάς την σαν κάτι ζωντανό και εξελισσόμενο και όχι σαν μουσικολογικό «μουσειακό αντικείμενο».

Μίλησέ μου για το «Talk to me i’m sleeping», ένα κομμάτι με φωνητικά, κάτι που είναι σίγουρα ασυνήθιστο για την jazz, άλλωστε είναι και το μοναδικό στον δίσκο.

Είναι ένα ποίημα που έγραψα αυθόρμητα, το έδειξα στον Tom, του άρεσε, αρχίσαμε να γράφουμε τη μουσική πάνω σε αυτό και κάποια στιγμή αποφασίσαμε ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνει και την απαγγελία του. Αναζητήσαμε τον κατάλληλο για αυτό και τον βρήκαμε στο πρόσωπο του φίλου και φωτογράφου μας Siân O’Connor. Το ποίημα περιγράφει την αίσθηση της απομάκρυνσης και της αποξένωσης της περιόδου της καραντίνας για την πανδημία, κάτι στο οποίο αναφέρεται και ο τίτλος του album «Outerstate».

Πιστεύεις ότι η περίοδος της πανδημίας άφησε ίχνη που είναι πολύ πιο βαθιά και μακροχρόνια από όσο φαίνονταν αρχικά;

Αναμφίβολα ναι, στη μουσική, στον Πολιτισμό, σε κάθε είδους σχέσεις, συνολικά στην κοινωνία. Είναι μάλιστα μια αμφίδρομη σχέση, καθώς οι άνθρωποι και οι καταστάσεις που επηρεάστηκαν από αυτό αφήνουν με τν σειρά τους το αποτύπωμα τους στο τι σκεφτόμαστε, λέμε και κάνουμε.

Υπάρχουν ήδη ιδέες για τον δεύτερο δίσκο σας;

Ναι, όπως συνέβη και με τον πρώτο προκύπτουν καθώς παίζουμε μαζί, αρχικά αυτοσχεδιάζοντας, αν και αυτή τη φορά πολύ περισσότερο στη σκηνή από όσο στο στούντιο. Θα χρησιμοποιήσουμε πιο εκτεταμένα τα ηλεκτρονικά, κυρίως όμως υπάρχουν μια διαφορετική αντίληψη και αίσθηση του ρυθμού, ο οποίος έρχεται σε πρώτο πλάνο, σε βαθμό που κάποια κομμάτια να είναι ακόμα και χορευτικά. Πιστεύουμε ότι θα κυκλοφορήσει κάποια στιγμή μέσα στην επόμενη χρονιά.

Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από το ελληνικό κοινό;

Το ελληνικό κοινό συγκεντρώνεται προσεκτικά σε ό,τι ακούει και είναι ανοιχτό σε νέες μουσικές προτάσεις. Απολαύσαμε πραγματικά τη συναυλία στη χώρα σας και σίγουρα θα επιστρέψουμε, και αρκετά σύντομα!

 

Οι Kessoncoda μαζί με αρκετά ανάλογα ονόματα της σύγχρονης βρετανικής jazz -και όχι μόνο- σκηνής ανοίγουν νέους δρόμους για τη μουσική του παρόντος, οι οποίοι, όπως κατά κανόνα συμβαίνει, θα εκτιμηθούν πολύ περισσότερο στο μέλλον.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0