Η δημοκρατία, ως πολίτευμα, έχει ένα βασικό «ελάττωμα». Πάντοτε υπολείπεται των αναγκών που η ίδια δημιουργεί. Θέλω να πω ότι η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα διαρκούς διακύβευσης, επειδή είναι ένα πολίτευμα διερώτησης περί τη θεώρηση, την πράξη και τα αποτελέσματα της ίδιας της της υπόστασης. Αλίμονο στη δημοκρατία που δεν αναρωτιέται διαρκώς αν κάνει καλά τη δουλειά της. Και πολύ περισσότερο αλίμονο στη δημοκρατία που δεν εμφανίζει τα αποτελέσματα αυτής της διερώτησης σε όλο το πεδίο του δημόσιου βίου: με πιο δίκαιους νόμους, με χρηστή διοίκηση, με σωστή διαχείριση των φυσικών και ανθρώπινων πόρων. Διαδικασία, ωστόσο, που δημιουργεί κενό γνώσεως με περισσότερα «ίδια» ερωτήματα από όσα απαντά και τα οποία χρειάζεται η δημοκρατία να καλύψει με περισσότερη δημοκρατία σε δομές, τρόπους, νοητικές συλλήψεις, κοινωνικές δράσεις (και αποδράσεις), καθώς και σε ψυχικές αναμονές.
Η δημοκρατία πρέπει πάντοτε να «ασθμαίνει» για να προλάβει την εξέλιξή της. Διαφορετικά εκτρέπεται (το βλέπουμε στην ποιότητα της σημερινής διακυβέρνησης που, με σπασμένα φρένα, έχει κατρακυλήσει στην αθλιότητα του αρπακτικού συμμοριτισμού) και αφήνει χώρο τον οποίο σπεύδουν να καταλάβουν όλα τα ανασχετικά αντίβαρα και οι οπισθέλκουσες δυνάμεις που ενυπάρχουν σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα. Και ακόμα περισσότερο: όλες οι υστερήσεις και οι καταγωγικές ατέλειες που είναι συσσωματωμένες στην ιστορική ύλη και αποτελούν μέρος αναπόσπαστο της ιστορικής διαδικασίας. Μιας διαδικασίας η οποία δεν αποκλείει τη ραθυμία περί τις αλλαγές και την -ακόμα πιο καταστροφική- αδιαφορία περί την περιστολή σπατάλης του υφήλιου πλούτου, η οποία έφτασε στο μη παρέκει: στον κίνδυνο καταστροφής του φέροντος (του απόλυτου φέροντος), που είναι η Γη, από το φερόμενο, που είναι ο άνθρωπος.
Ας μην ξεχνάμε ότι η καταλήστευση του παγκόσμιου πλούτου, από τις ενεργειακές πηγές μέχρι την παραγωγή εφιαλτικής ανισομέρειας ως προς την (αχρείαστη) υπερπαραγωγή τροφής από τη μια και τη φονική έλλειψή της από την άλλη, δημιούργησε μια πραγματικότητα παγκόσμιας τραγωδίας. Μια εκατόμβη που αγριεύει τη δημοκρατία και την εκτρέπει προς τον φασισμό, τον ασφαλή, δηλαδή, ετεροπροσδιορισμό των πασχόντων που, πανικόβλητοι, αδυνατούν να διακρίνουν μέσα στον ορυμαγδό, ηχητικό, εικονοποιημένο και βομβαρδιστικά λογικοποιημένο, το πρόσωπο των υπαιτίων. Το πρόσωπο μιας οικονομίας που πνίγει τα βρέφη στις θάλασσες του κόσμου, σκοτώνει από πείνα λαούς ολόκληρους, αφανίζει χωρίς τύψη και αιδώ πολιτισμούς-ανάσα για τον πλανήτη, που κατακαίει μέσα σε πολέμους ολόκληρο το παρελθόν κι ολόκληρο τα μέλλον. Χαμογελώντας. Από τους παγκόσμιους ηγέτες για τα σκουπίδια μέχρι τα εγχώρια κακέκτυπα αυτού του σκουπιδαριού... και καλύτερα να σταματήσουμε εδώ.
Αυτό το οικτρό εικόνισμα πρέπει να πολεμήσει η δημοκρατία σήμερα: το χαμογελαστό πρόσωπο του εφιάλτη. Την ξιφολόγχη της ταξικής αποχαλίνωσης, τη μαφιόζικη παράκαμψη του έννομου συνανήκειν, τη φονική εθνοφρουρά με τα λευκά κολάρα που πυροβολεί κατά βούληση τους απροστάτευτους. Άλλοτε με σφαίρες, άλλοτε με κρατική υπόσταση, άλλοτε με λογιστικούς εκμαυλισμούς, άλλοτε με υποσχέσεις μιας ταπεινωτικά λειχόμενης και λείχουσας ζωής, αλλά πάντοτε πυροβολημένης. Πάντοτε κυνηγημένης ως το έσχατο όριο της ύπαρξης: την υποταγή.
Αυτό πρέπει να αντιπαλέψει η δημοκρατία σήμερα: την ανάγκη για υποταγή! Δεν είναι ασφάλεια η υποταγή. Είναι η μέγιστη έκθεση στον κίνδυνο της ίδιας σου της ζωής. Υποταγή σημαίνει αποστέρηση. Δεν είναι κέρδος έναντι άλλων. Γιατί το κέρδος είναι μαζί με τους άλλους. Και γιατί οι άλλοι είμαστε εμείς. Διαρκώς εμείς. Το δικό μας κύρος κυρώνει τη ζωή. Άλλως το παραχωρούμε σε ανθρώπους δοτού κύρους. Κι αυτοί το αρπάζουν. Και κάνουν τη ζωή σαν τα μούτρα τους.
Κάνουν άκυρη τη δική μας ζωή. Είναι τόσο απάνθρωπο ώστε μπορεί και να λειτουργήσει ως κώδωνας κινδύνου. Μόνο που ένας τέτοιος κώδωνας είναι γυάλινος. Κάτι ήξερε επ’ αυτού η Σύλβια Πλαθ. Γιατί η ανθρωπότητα είναι ένα κουδούνι από φυσητό γυαλί. Το «υαλί» του Καβάφη, το γυαλί από δισεκατομμύρια ανάσες ζώντων και τεθνεώτων, στο καμίνι του χρόνου. Ανατριχιαστικά πανέμορφο γυαλί. Αλλά σπάζει εύκολα. Γιατί απλώς είναι ωραίο. Όπως η φρίκη μιας ομορφιάς που χάθηκε μέσα στην τελευταία ανάσα κάποιου παιδιού από γυαλί, χωρίς μπουκιά στο στοματάκι του.